Κρασσάς: Κίνδυνος για το ελληνικό μέλι και τον πρωτογενή τομέα από τη Mercosur

11:54 π.μ. - Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2026
11:01 π.μ. - Δευ, 12/54/2026
Image: Κρασσάς: Κίνδυνος για το ελληνικό μέλι και τον πρωτογενή τομέα από τη Mercosur

Ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Λασιθίου για τη συνάντηση με τον Πρωθυπουργό, τις ελληνοποιήσεις και τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Σε κλίμα έντονης ανησυχίας για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα, ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Λασιθίου μίλησε στην πρωινή εκπομπή «Καλημέρα Λασίθι» για τις επικείμενες εκλογές του Συλλόγου, τη συζήτηση γύρω από τη συνάντηση των αγροτικών φορέων με τον Πρωθυπουργό, αλλά κυρίως για τις επιπτώσεις της συμφωνίας Mercosur στη μελισσοκομία και στα ελληνικά αγροτικά προϊόντα.

Ακούστε παρακάτω τον  πρόεδρο του Μελισσοκομικού Συλλόγου Λασιθίου :

Εκλογές στον Μελισσοκομικό Σύλλογο Λασιθίου – Στόχος η ισχυρή εκπροσώπηση

Ο πρόεδρος ανακοίνωσε ότι οι εκλογές του Συλλόγου θα γίνουν στις 25 του μήνα, με πάνω από 700 εγγεγραμμένα μέλη. Όπως τόνισε, στόχος είναι η μαζική συμμετοχή ώστε να προκύψει ένα ισχυρό Διοικητικό Συμβούλιο που θα μπορεί να διεκδικήσει ουσιαστική εκπροσώπηση στην Ομοσπονδία. «Όσο περισσότεροι ψηφίσουν, τόσο περισσότερους εκπροσώπους θα έχουμε σε πανελλαδικό επίπεδο και τόσο πιο δυνατή θα είναι η φωνή μας», είπε χαρακτηριστικά.

Αναφέρθηκε επίσης στη συζήτηση που είχε γίνει σε προηγούμενη συνέλευση για το ενδεχόμενο να στηθούν κάλπες σε περισσότερες από μία πόλεις, κάτι που τελικά δεν κατέστη θεσμικά δυνατό για φέτος, με αποτέλεσμα οι εκλογές να διεξαχθούν σε μία έδρα.

Συνάντηση αγροτών με τον Πρωθυπουργό – «Δεν γίνεται να μιλήσουν όλοι σε λίγες ώρες»

Σχετικά με τη συνάντηση των αγροτικών φορέων με τον Πρωθυπουργό, εξέφρασε προβληματισμό για τον αριθμό των συμμετεχόντων. Όπως είπε, οι αγρότες ζητούν να συμμετέχουν περίπου 35 εκπρόσωποι, ενώ η κυβέρνηση προτείνει 15, γεγονός που καθιστά δύσκολη την ουσιαστική συζήτηση όλων των θεμάτων.

Ειδικά για τη μελισσοκομία, υπογράμμισε ότι δεν μπορεί «ένας άνθρωπος να μιλήσει για όλα τα αγροτικά προϊόντα». Τόνισε ότι τα μελισσοκομικά ζητήματα είναι εξειδικευμένα και πρέπει να τεθούν από ανθρώπους που τα γνωρίζουν σε βάθος, σημειώνοντας ότι σε επίπεδο μελισσοκομίας τον λόγο οφείλει να έχει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Μελισσοκόμων.

Mercosur: «Καταστροφή για το μέλι και τα ελληνικά προϊόντα»

Το μεγαλύτερο μέρος της τοποθέτησής του αφορούσε τη συμφωνία Mercosur, την οποία χαρακτήρισε ιδιαίτερα επικίνδυνη για τη μελισσοκομία και συνολικά για τον πρωτογενή τομέα. Σύμφωνα με όσα ανέφερε:

  1. Η ελληνική μελισσοκομία καλύπτει περίπου το 10% της ευρωπαϊκής κατανάλωσης μελιού.
  2. Με τη Mercosur αναμένεται να εισαχθούν στην Ευρώπη δεκάδες χιλιάδες τόνοι μελιού από τη Λατινική Αμερική, καθώς και τεράστιες ποσότητες αγροτικών προϊόντων όπως καλαμπόκι και ρύζι.

Όπως εξήγησε, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο όγκος, αλλά κυρίως οι διαφορετικοί κανόνες παραγωγής. «Στην Ευρώπη μας απαγορεύουν φάρμακα και αντιβιοτικά για να προστατεύσουμε το προϊόν και τον καταναλωτή. Σε άλλες χώρες αυτά επιτρέπονται. Πώς θα ανταγωνιστούμε προϊόντα που παράγονται με πολύ χαμηλότερο κόστος και με άλλους κανόνες;» αναρωτήθηκε.

Έθεσε επίσης σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια των εισαγόμενων προϊόντων και τις επιπτώσεις στην τροφική αλυσίδα: καλαμπόκι με υπολείμματα φαρμάκων, ζωοτροφές που επηρεάζουν το γάλα, το κρέας και τελικά την υγεία του καταναλωτή.

Ελληνοποιήσεις και ανύπαρκτοι έλεγχοι

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο χρόνιο πρόβλημα των «ελληνοποιήσεων». Ο πρόεδρος μίλησε για βαρέλια ξένου μελιού που βαφτίζονται ελληνικά, για ελλιπείς ελέγχους και για μηχανισμούς που –όπως είπε– «ή δεν μπορούν ή δεν θέλουν να ελέγξουν». Τόνισε ότι έτσι πλήττεται διπλά ο Έλληνας παραγωγός: από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και από τη δυσφήμιση του ελληνικού προϊόντος.

Κατά την εκτίμησή του, η χώρα δεν διαθέτει εδώ και χρόνια μια σοβαρή, μακροπρόθεσμη αγροτική πολιτική. Τα μέτρα που ανακοινώνονται, όπως είπε, είναι αποσπασματικά, «ασπιρίνες για τον πόνο», χωρίς στρατηγική για το πώς θα στηριχθεί ο πραγματικός παραγωγός.

Έφερε παραδείγματα από καλλιέργειες που εγκαταλείπονται επειδή δεν συμφέρει πλέον να παράγεις, από κόστος εργασίας 50 και 60 ευρώ τη μέρα στην Ελλάδα, όταν σε άλλες χώρες το κόστος είναι 7 ή 8 ευρώ. «Πώς να ανταγωνιστείς έτσι;» διερωτήθηκε.

Κλείνοντας, μίλησε με έντονο προσωπικό τόνο: «Εγώ δεν μπορώ να βάλω κάτι στο μέλι μου που δεν θα το έδινα στο παιδί μου. Αυτός πρέπει να είναι ο δρόμος: ποιοτικό προϊόν, ασφαλές για την οικογένεια, αλλά και πολιτεία που να στηρίζει αυτόν που θέλει να παράγει σωστά».

Υπογράμμισε ότι αν δεν αλλάξει ριζικά η πολιτική για τον πρωτογενή τομέα, η Ελλάδα –παρότι έχει δυνατότητες να παράγει σχεδόν τα πάντα– θα συνεχίσει να γεμίζει τα ράφια της με εισαγόμενα προϊόντα αμφίβολης ποιότητας, ενώ οι Έλληνες παραγωγοί θα οδηγούνται στην εγκατάλειψη.