Τιμητική πλακέτα στον Ηχώ για την ανάδειξη του έργου της Λιμενικής Αρχής από τον Πλοίαρχο Γιάννη Παπαδάκη, μαζί με αναφορές στις μεγάλες επιχειρήσεις και τη συνεργασία με την τοπική κοινωνία
Με συγκίνηση και αίσθημα ευθύνης αποχαιρέτησε την ενεργό υπηρεσία ο πρώην Λιμενάρχης Ιεράπετρας κ. Παπαδάκης, μιλώντας στην πρωινή εκπομπή του Ηχώ και κάνοντας έναν ουσιαστικό απολογισμό μιας πορείας σχεδόν 40 χρόνων στο Λιμενικό Σώμα, από τα οποία περίπου 14,5 χρόνια υπηρέτησε ως Λιμενάρχης στην Ιεράπετρα.
Ο κ. Παπαδάκης στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της συνεργασίας, τονίζοντας ότι καμία επιτυχία δεν ήταν προσωπική, αλλά αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς με τους συναδέλφους του, τους οποίους χαρακτήρισε άξιους, αφοσιωμένους και αποφασισμένους να υπηρετήσουν με επαγγελματισμό. Όπως είπε, με λιγοστό προσωπικό αλλά με υψηλό αίσθημα καθήκοντος, το Λιμεναρχείο Ιεράπετρας κατάφερε να φέρει εις πέρας δύσκολες και απαιτητικές αποστολές, τόσο στη θάλασσα όσο και στη στεριά.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη μεγάλη επιτυχία του 2013 με το πρώτο «τσιγαράδικο» που εντοπίστηκε στην περιοχή, μια υπόθεση που, όπως είπε, άνοιξε τον δρόμο για σειρά σημαντικών επιχειρήσεων τα επόμενα χρόνια. Ακολούθησαν επιτυχίες σε υποθέσεις λαθρεμπορίου τσιγάρων, παράνομου φορτίου όπλων, αλλά και ναρκωτικών, με χαρακτηριστική εκείνη την υπόθεση πλοίου που ελέγχθηκε από το Λιμεναρχείο Ιεράπετρας και στη συνέχεια συνδέθηκε με μεγάλη επιχείρηση των γαλλικών αρχών ανοιχτά της Σενεγάλης, όπου κατασχέθηκαν δύο τόνοι κοκαΐνης. Για την υπόθεση αυτή, όπως αποκάλυψε, υπήρξε και επίσημη αναγνώριση από τις γαλλικές αρχές προς το ελληνικό Υπουργείο Ναυτιλίας.
Ο πρώην Λιμενάρχης υπογράμμισε επίσης τη σημασία της αναβάθμισης του Λιμεναρχείου Ιεράπετρας το 2014, όταν αποφεύχθηκε η υποβάθμισή του στο πλαίσιο του λεγόμενου «λιμενικού Καλλικράτη». Όπως ανέφερε, η διατήρηση και ενίσχυση του Λιμεναρχείου ήταν κρίσιμη για την περιοχή, καθώς η Ιεράπετρα αποτελεί το μοναδικό Λιμεναρχείο στη νότια Κρήτη, με εκτεταμένη επιχειρησιακή ευθύνη τόσο στο χερσαίο όσο και στο θαλάσσιο πεδίο. Σήμερα, όπως σημείωσε, η υπηρεσία καλύπτει μια τεράστια περιοχή, από το Κουφονήσι έως και μεγάλο τμήμα της νότιας Κρήτης, ενώ επιχειρησιακά τα πλωτά μέσα καλούνται να δράσουν ακόμη και σε αποστάσεις που φτάνουν τα 80 ναυτικά μίλια.
Ξεχωριστό κεφάλαιο στον απολογισμό του αποτέλεσε η διαχείριση του μεταναστευτικού. Ο κ. Παπαδάκης υπενθύμισε το 2014, όταν το πλοίο «Μπάρις» έφερε στην Ιεράπετρα περίπου 600 μετανάστες, σε μια πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα επιχείρηση. Όπως είπε, εκείνη η εμπειρία ανέδειξε τις δυνατότητες της τοπικής κοινωνίας και των υπηρεσιών, καθώς μέσα από συνεργασία με τον Δήμο, την Εκκλησία, τις εθελοντικές οργανώσεις, την Αστυνομία, την Πυροσβεστική, το Νοσοκομείο και όλους τους αρμόδιους φορείς, η διαχείριση της κατάστασης έγινε με τρόπο που τίμησε την πόλη και έδωσε πολύτιμη εμπειρία στο προσωπικό του Λιμενικού. Αντίστοιχα, σημείωσε ότι και σήμερα η Ιεράπετρα αποτελεί μία από τις διαδρομές που χρησιμοποιούν τα κυκλώματα διακίνησης μεταναστών, με το Λιμεναρχείο να καλείται να διαχειριστεί αυξημένες ροές, διασώσεις και πρώτες υποδοχές.
Ο κ. Παπαδάκης αναφέρθηκε και στις θεσμικές παρεμβάσεις που προχώρησαν τα τελευταία χρόνια, όπως ο καθορισμός χερσαίας ζώνης λιμένα στην Ιεράπετρα, στον Μακρύ Γιαλό και στη Γρα Λυγιά, κάτι που –όπως εξήγησε– ανοίγει τον δρόμο για νόμιμες παρεμβάσεις, χρηματοδοτήσεις και έργα που μέχρι σήμερα καθυστερούσαν ή δεν μπορούσαν να δρομολογηθούν. Επισήμανε ακόμη ότι η Ιεράπετρα μπορεί να φιλοξενήσει και κρουαζιερόπλοια, εφόσον υπάρξει ο κατάλληλος σχεδιασμός και το ανάλογο ενδιαφέρον, τονίζοντας ότι από επιχειρησιακής πλευράς το Λιμεναρχείο έχει τη δυνατότητα να εξυπηρετήσει τέτοιες ανάγκες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε και στο θέμα των υποδομών του ίδιου του Λιμεναρχείου Ιεράπετρας. Όπως τόνισε, παρά τη χρηματοδότηση που εξασφαλίστηκε για την αναβάθμιση του κτιρίου, οι εργασίες δεν έχουν προχωρήσει με τον ρυθμό που θα έπρεπε. Έκανε μάλιστα δημόσια έκκληση προς τον Δήμο Ιεράπετρας να σκύψει ουσιαστικά πάνω στο ζήτημα, ώστε το Λιμεναρχείο να αποκτήσει τις υποδομές που αξίζουν στο προσωπικό και στους πολίτες που εξυπηρετεί. Όπως είπε, η σημερινή εικόνα δεν ανταποκρίνεται ούτε στις ανάγκες μιας τόσο νευραλγικής υπηρεσίας ούτε στον ρόλο που επιτελεί στην περιοχή.
Κλείνοντας, ο κ. Παπαδάκης προχώρησε σε εκτενή και ιδιαίτερα συγκινητική αναφορά ευχαριστιών προς όλους όσοι στάθηκαν δίπλα στο Λιμεναρχείο και συνέβαλαν ουσιαστικά στο έργο του όλα αυτά τα χρόνια. Όπως τόνισε, η επιτυχία της υπηρεσίας δεν ήταν ατομική υπόθεση, αλλά αποτέλεσμα συνεργασίας με την τοπική κοινωνία και τους θεσμικούς φορείς.
Συγκεκριμένα, ευχαρίστησε:
Την τοπική Εκκλησία και τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη κ.κ. Κύριλλο, καθώς και τον Πρωτοσύγκελο Αρχιμανδρίτη Αμβρόσιο, για τη διαρκή στήριξη και προσφορά.
Την πολιτική ηγεσία του νομού και ιδιαίτερα τον Γιάννη Πλακιωτάκη για τη συνεργασία και την ενίσχυση της υπηρεσίας.
Τις στρατιωτικές, δικαστικές και εισαγγελικές αρχές για τη θεσμική συνεργασία. Την Ελληνική Αστυνομία, την Πυροσβεστική Υπηρεσία και τη Δημοτική Αστυνομία για την άριστη επιχειρησιακή συνδρομή.
Τον Αντιπεριφερειάρχη Λασιθίου Γιάννη Ανδρουλάκη για τη συμβολή του σε κρίσιμα ζητήματα. Τους Δημάρχους και Αντιδημάρχους με τους οποίους συνεργάστηκε όλα αυτά τα χρόνια.
Τις διοικήσεις του Λιμενικού Ταμείου για τη συνεργασία σε θέματα υποδομών και λειτουργίας.
Τους επαγγελματίες και ερασιτέχνες αλιείς, τους οποίους χαρακτήρισε πολύτιμους συνεργάτες, ιδιαίτερα σε επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης.
Το Νοσοκομείο Ιεράπετρας, το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς και το ΕΚΑΒ για τη διαρκή υποστήριξη.
Τους εθελοντές Σαμαρείτες του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και τις εθελοντικές ομάδες από όλη την Κρήτη, που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαχείριση κρίσιμων περιστατικών.
Τους ιδιοκτήτες θαλάσσιων μέσων αναψυχής και τις σχολές κατάδυσης για τη συνεργασία στο θαλάσσιο πεδίο. Τον Σύλλογο Εστίασης Ιεράπετρας για τη στήριξη σε δύσκολες στιγμές. Και, τέλος, όλους τους πολίτες της Ιεράπετρας για την εμπιστοσύνη και τη στήριξη στο έργο της Λιμενικής Αρχής.
Ο πρώην Λιμενάρχης υπογράμμισε ότι χωρίς αυτή τη συλλογική προσπάθεια, το έργο της υπηρεσίας δεν θα μπορούσε να έχει την ίδια αποτελεσματικότητα και αναγνώριση.