Ο ναύαρχος ε.α. ζητά συγκεκριμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες και σύνδεση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης με αποτελέσματα – Οι προτάσεις του για τη θαλάσσια επιτήρηση και η υποχρέωση διάσωσης ανθρώπων που κινδυνεύουν.
Την ανάγκη αλλαγής της ελληνικής στάσης απέναντι στη Λιβύη, τόσο για το τουρκολιβυκό μνημόνιο όσο και για τις μεταναστευτικές αναχωρήσεις προς τη νότια Κρήτη, υπογράμμισε ο ναύαρχος εν αποστρατεία Στέλιος Φενέκος, μιλώντας στον Ηχώ και στην εκπομπή «Καλημέρα Λασίθι».
Με τις συνεχείς αφίξεις να επιβαρύνουν την Ιεράπετρα και να αυξάνουν την επιχειρησιακή πίεση στο Λιμενικό, ο κ. Φενέκος υποστήριξε ότι η διαχείριση χρειάζεται ευρύτερο σχεδιασμό, διπλωματικές παρεμβάσεις και ουσιαστική συνεργασία με τις χώρες από τις οποίες ξεκινούν τα σκάφη.
Το τουρκολιβυκό και οι ελληνικές πρωτοβουλίες
Σχολιάζοντας τις εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο και την προσέγγιση της Τουρκίας με την ανατολική Λιβύη, χαρακτήρισε την εξέλιξη αναμενόμενη και άσκησε κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Κατά την εκτίμησή του, η αποφυγή πρωτοβουλιών με γνώμονα τη διατήρηση ήρεμου κλίματος δεν αρκεί για την προάσπιση των ελληνικών συμφερόντων.
Ως προς την επικύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή πλευρά, υποστήριξε ότι ενισχύει την εσωτερική πολιτική και θεσμική στήριξή του, δίνοντας στην Άγκυρα πρόσθετα περιθώρια συνεργασίας με τη Λιβύη. Συνέδεσε, μάλιστα, αυτή την προοπτική με το ενδεχόμενο ερευνών ή αμφισβήτησης ελληνικών ερευνητικών δραστηριοτήτων.
Κεντρική θέση στις προτάσεις του είχε η ανακήρυξη Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης στην περιοχή νότια της Κρήτης. Όπως υποστήριξε, μια τέτοια πρωτοβουλία θα ενίσχυε την ελληνική επιχειρηματολογία και τη δυνατότητα διεκδίκησης ευρωπαϊκών μέτρων απέναντι σε αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Παράλληλα, τόνισε ότι η παρουσία ενεργειακών εταιρειών δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ευθύνη του κράτους να χαράσσει εξωτερική πολιτική και να προστατεύει τα δικαιώματά του.
«Είναι δυνατόν μια χώρα να μεταθέτει τις ευθύνες της επίλυσης γεωπολιτικών της προβλημάτων σε εταιρείες;» διερωτήθηκε, αναφερόμενος στις προσδοκίες που καλλιεργούνται γύρω από τη δραστηριοποίηση μεγάλων ενεργειακών ομίλων.
Χρηματοδότηση με συγκεκριμένα αποτελέσματα
Για το μεταναστευτικό, ο κ. Φενέκος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην πίεση προς τη Λιβύη μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υποστήριξε ότι η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση πρέπει να συνδέεται με μετρήσιμα αποτελέσματα στον έλεγχο των αναχωρήσεων και στην αντιμετώπιση των δικτύων διακίνησης.
Κατά την άποψή του, οι δηλώσεις υποστήριξης προς την Ελλάδα δεν επαρκούν χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις, ελέγχους και συνέπειες όταν δεν υπάρχει ανταπόκριση.
Στο πλαίσιο αυτό προσέγγισε το τουρκολιβυκό και τις μεταναστευτικές ροές ως δύο ζητήματα που απαιτούν συνεκτική πολιτική απέναντι στη Λιβύη, χωρίς να παρουσιάσει στοιχεία που να τεκμηριώνουν άμεση επιχειρησιακή σύνδεση του μνημονίου με τις συγκεκριμένες αφίξεις στην Κρήτη.
Η συνορεύουσα ζώνη και η πίεση στους λιμενικούς
Μία ακόμη πρότασή του ήταν η ανακήρυξη συνορεύουσας ζώνης, έως τα 24 ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσης. Σύμφωνα με τη δική του νομική προσέγγιση, αυτό θα ενίσχυε τις δυνατότητες προληπτικών ελέγχων για συγκεκριμένες παραβάσεις πέρα από τη χωρική θάλασσα.
Ο ίδιος αναγνώρισε, πάντως, ότι η αντιμετώπιση των μεταναστευτικών κινήσεων στη θάλασσα είναι ιδιαίτερα δύσκολη και ότι κανένα μεμονωμένο μέτρο δεν αρκεί. Αναφέρθηκε επίσης στο ψυχικό και επιχειρησιακό βάρος των στελεχών του Λιμενικού, τα οποία καλούνται να διαχειριστούν επικίνδυνα περιστατικά και ανθρώπινες τραγωδίες.
«Έχουμε χρέος να τους σώσουμε»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη διάκριση που ο ίδιος κάνει ανάμεσα στην προειδοποίηση σκαφών και στις επικίνδυνες επαναπροωθήσεις, δηλώνοντας αντίθετος στα pushbacks.
Ξεκαθάρισε ότι, όταν ένα σκάφος κινδυνεύει ή δεν είναι αξιόπλοο, προέχει η διάσωση των επιβαινόντων: «Έχουμε το χρέος να τους σώσουμε».
Κλείνοντας, υποστήριξε ότι απαιτούνται συνδυασμένες παρεμβάσεις: διπλωματική πίεση, συμφωνίες με τις χώρες αναχώρησης, θαλάσσια επιτήρηση και σαφές νομικό πλαίσιο.
Αναγνώρισε, παράλληλα, ότι οι πόλεμοι αποτελούν βασική αιτία εκτοπισμού και ότι οι προτάσεις του μπορούν να περιορίσουν τις ροές, χωρίς να εξαλείψουν το πρόβλημα.