Ο Μάρκος Αγγιανιωτάκης επισημαίνει τις πιέσεις στην αγορά, τον διεθνή ανταγωνισμό και τονίζει πως μόνο με συνένωση και κοινή στρατηγική μπορεί να ενισχυθεί η αξία του τοπικού ελαιολάδου
Τη δύσκολη φετινή πορεία του ελαιολάδου, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί και την επιτακτική ανάγκη συνένωσης των ελαιουργικών δυνάμεων της περιοχής ανέλυσε ο πρόεδρος του Β’ Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Ιεράπετρας, Μάρκος Αγγιανιωτάκης, μιλώντας στην εκπομπή «Ιεραπετρίτικη Γη».
Ο κ. Αγγιανιωτάκης, γεωπόνος ο ίδιος, τόνισε ότι η φετινή χρονιά χαρακτηρίστηκε από σημαντική μείωση παραγωγής, που σε αρκετές περιπτώσεις άγγιξε το 60%, ως αποτέλεσμα της παρατεταμένης ανομβρίας των προηγούμενων ετών. «Τα δέντρα έχουν ταλαιπωρηθεί έντονα. Η έλλειψη νερού οδήγησε σε κακή ανθοφορία, μειωμένη γονιμοποίηση και χαμηλή καρπόδεση», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι ακόμη και οι φετινές βροχοπτώσεις δεν αρκούν για να αναστρέψουν πλήρως τη ζημιά που έχει συσσωρευτεί.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η πρώιμη άνθιση που παρατηρείται ήδη από τον Φεβρουάριο, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών. Όπως εξήγησε, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να ανθίσει η ελιά, αλλά να υπάρξουν οι κατάλληλες καιρικές συνθήκες ώστε να «δέσει» ο ανθός. Ο Μάρτιος και ο Απρίλιος θα είναι καθοριστικοί μήνες για τη φετινή εξέλιξη της καλλιέργειας.
Στο μέτωπο της ποιότητας, η χρονιά δεν ήταν ικανοποιητική. Υπήρξαν προβλήματα σε οξύτητες και ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα μέρος της παραγωγής να παραμένει απούλητο. Η τιμή παραγωγού κινήθηκε λίγο πάνω από τα 4,20 ευρώ το κιλό, ωστόσο – όπως σημείωσε – αυτό δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ικανοποιητικό εισόδημα, καθώς το υψηλό κόστος παραγωγής, η άρδευση με νερό υψηλής αγωγιμότητας και τα αυξημένα καλλιεργητικά έξοδα πιέζουν ασφυκτικά τους παραγωγούς.
Αναφερόμενος στον διεθνή ανταγωνισμό, στάθηκε ιδιαίτερα στις μεγάλες ποσότητες ελαιολάδου από την Τυνησία που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά, επηρεάζοντας τις τιμές. «Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τις διεθνείς συμφωνίες. Μπορούμε όμως να επενδύσουμε στην ποιότητα, στην ταυτότητα και στη σωστή προώθηση του προϊόντος μας», υπογράμμισε.
Κομβικό σημείο της τοποθέτησής του αποτέλεσε η ανάγκη συνένωσης των ελαιουργείων της Ιεράπετρας. Ο πρόεδρος του Συνεταιρισμού μίλησε ανοιχτά για την ανάγκη δημιουργίας μιας κοινής δεξαμενής, μιας ενιαίας στρατηγικής διάθεσης και ενίσχυσης της τυποποίησης, ώστε το λάδι να πωλείται οργανωμένα, πιστοποιημένα και σε καλύτερες τιμές. «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε διασπασμένοι. Αν δεν συνενωθούμε, σε λίγο θα μας διαλύσουν οι μεγάλες εταιρείες και οι πολυεθνικές», τόνισε, φέρνοντας ως παράδειγμα τις επιτυχημένες συνενώσεις σε άλλες περιοχές της Κρήτης.
Παράλληλα, επεσήμανε τη διαχρονική απουσία εθνικής στρατηγικής για το ελαιόλαδο, σημειώνοντας ότι η έλλειψη συντονισμένης πολιτικής και οργανωμένης καμπάνιας προώθησης αποτελεί σοβαρό μειονέκτημα για έναν τόσο σημαντικό τομέα της ελληνικής αγροτικής οικονομίας.
Κλείνοντας, κάλεσε τους παραγωγούς να παραμείνουν προσηλωμένοι στην ποιότητα, στη σωστή γεωπονική παρακολούθηση και στη συλλογική δράση. «Ήρθε η ώρα να αφήσουμε πίσω παλιές καχυποψίες και να δούμε το κοινό μας συμφέρον. Μόνο ενωμένοι μπορούμε να δώσουμε αξία στο λάδι της Ιεράπετρας», κατέληξε.