Η Μαίρη Μπόση, Ομότιμη Καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, μιλά στον Ηχώ 99,8 για τη Βενεζουέλα, τις παρεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων, το FIR Αθηνών και τους κινδύνους για την Ελλάδα στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον
Έντονη ανησυχία και αίσθημα γενικευμένης ανασφάλειας προκαλούν οι τελευταίες διεθνείς εξελίξεις, με επίκεντρο τη Βενεζουέλα αλλά και τις ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, όπως αυτές αποτυπώνονται στη συμπεριφορά των μεγάλων δυνάμεων. Όπως επισημάνθηκε στην πρωινή εκπομπή του ΗΧΩ 99.8 «ανοίγει ουσιαστικά το χάος», καθώς διαμορφώνεται ένα νέο διεθνές περιβάλλον όπου το διεθνές δίκαιο και οι θεσμοί φαίνεται να υποχωρούν μπροστά στη γυμνή ισχύ.
Η Μαίρη Μπόση, Ομότιμη Καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, μιλά στον Ηχώ 99,8 για τη Βενεζουέλα :
Η περίπτωση της Βενεζουέλας περιγράφεται όχι ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως επανάληψη ενός γνώριμου ιστορικού μοτίβου. Η ανοιχτή ή συγκαλυμμένη παρέμβαση των Ηνωμένες Πολιτείες σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, μέσω στρατιωτικών, μυστικών υπηρεσιών ή εσωτερικών αντιπολιτευτικών μηχανισμών, έχει μακρά ιστορία. Το ανησυχητικό στοιχείο, όπως τονίζεται, είναι ότι πλέον αυτές οι πρακτικές εκδηλώνονται σχεδόν απροκάλυπτα, οδηγώντας στην «απόλυτη γελοιοποίηση εκλεγμένων ηγετών» και στη διαμόρφωση μιας νέας μορφής αποικιοκρατίας.
Κοινός παρονομαστής αυτών των παρεμβάσεων είναι η στόχευση κρατών που, αν και πολιτικά ή στρατιωτικά αδύναμα, είναι πλούσια σε φυσικούς πόρους ή γεωστρατηγικής σημασίας. Η Βενεζουέλα, με τον ενεργειακό της πλούτο, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Όπως επισημαίνεται, όπου υπάρχουν κοιτάσματα, γεωπολιτικός πλούτος ή κρίσιμη γεωγραφική θέση, οι ισχυρές δυνάμεις μπορούν «ανενόχλητα να εισβάλουν», καθιστώντας τα κράτη αυτά έρμαια των συμφερόντων τους.
Ιδιαίτερη κριτική ασκείται και στη στάση της διεθνούς κοινότητας. Ο ΟΗΕ εμφανίζεται ανίκανος ή απρόθυμος να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο, ενώ αρκετά κράτη επιδεικνύουν αδιαφορία έως και συνενοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, οι έννοιες του διεθνούς δικαίου και των διεθνών οργανισμών μοιάζουν, κατά την άποψη της κ. Μπόση να αποδυναμώνονται δραματικά, καθώς διαμορφώνεται μια νέα διεθνής τάξη που «αδιαφορεί παντελώς» για τους κανόνες που ίσχυαν μεταπολεμικά.
Η συζήτηση δεν μένει όμως μόνο στη Λατινική Αμερική. Γίνεται σαφές ότι οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν άμεσα και την Ελλάδα. Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης και οι δηλώσεις του πρωθυπουργού επικρίνονται ως άτολμες και επικίνδυνες, καθώς –όπως σημειώνεται– ενδέχεται να «ανοίγουν την όρεξη» σε αναθεωρητικές δυνάμεις, με προφανή αναφορά στην Τουρκία.
Ειδική μνεία γίνεται στο FIR Αθηνών, τονίζοντας ότι η Τουρκία είναι η μόνη χώρα που δεν το έχει ποτέ αποδεχθεί πλήρως, αρνούμενη να καταθέσει σχέδια πτήσης για τα στρατιωτικά της αεροσκάφη. Οι συνεχείς παραβιάσεις και η αμφισβήτηση του ελληνικού εναέριου χώρου παρουσιάζονται ως διαχρονικό πρόβλημα, το οποίο απλώς κλιμακώνεται, χωρίς να είναι κάτι νέο ή απρόβλεπτο.
Παράλληλα, εκφράζεται έντονος προβληματισμός για τη στρατηγική της Ελλάδας, η οποία –κατά την κ. Μπόση – περιορίζεται στον ρόλο του «διαδρόμου διέλευσης» για ενεργειακά και στρατιωτικά σχέδια τρίτων, όπως το LNG και οι αμερικανικές υποδομές. Ιστορικά, επισημαίνεται, αυτός ο ρόλος ουδέποτε ωφέλησε τη χώρα, ενώ δεν υποκαθιστά μια συνεκτική και ανεξάρτητη εθνική στρατηγική.
Τέλος, η συζήτηση επεκτείνεται στη γενικότερη παγκόσμια εικόνα: τη μετάβαση σε μια πολυπολική αλλά ιδιαίτερα ασταθή διεθνή τάξη, τις κινήσεις της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν, καθώς και την πιθανότητα αναδιανομής σφαιρών επιρροής. Όλα αυτά, όπως τονίζεται, δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξανόμενης ανασφάλειας για τους πολίτες, και ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα, που βρίσκονται σε γεωπολιτικά ευαίσθητες περιοχές.
Ζούμε σε μια εποχή μεγάλων ανατροπών, όπου η ισχύς υπερισχύει του δικαίου, οι παλιές βεβαιότητες καταρρέουν και η ανάγκη για σοβαρή, ενημερωμένη και ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ.