Κατερίνα Σπυριδάκη: «Η ασέβεια δεν μετριέται με μεζούρα»

7:04 π.μ. - Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026
07:07 π.μ. - Τετ, 29/04/2026
Image: Κατερίνα Σπυριδάκη: «Η ασέβεια δεν μετριέται με μεζούρα»

Σφοδρή κριτική στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού για τη νέα εταιρεία διαχείρισης, τη χρηματοδότηση τηλεοπτικών προϊόντων και την εμπορευματοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς

Τη συνολική αντίθεσή της στη λογική εμπορευματοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, στη δημιουργία ενός νέου και ακριβού εταιρικού μηχανισμού, αλλά και στη χρηματοδότηση τηλεοπτικών προϊόντων χωρίς σαφή πολιτιστικό και αναπτυξιακό αποτύπωμα, εξέφρασε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά την ομιλία της στην Ολομέλεια της Βουλής επί του νομοσχεδίου του Υπουργείου Πολιτισμού.

Η Βουλευτής άσκησε ιδιαίτερα έντονη κριτική στη σύσταση της «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», επισημαίνοντας ότι το νομοσχέδιο μεταφέρει στη νέα ανώνυμη εταιρεία όλες τις δραστηριότητες με σημαντικό οικονομικό ενδιαφέρον, αποδυναμώνοντας τον υφιστάμενο Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Το νομοσχέδιο αυτό δεν χρειάζεται πολλή θεωρία για να καταλάβει κανείς πού οδηγεί. Αρκεί να ακολουθήσει τη διαδρομή του χρήματος. Από τον ΟΔΑΠ στη νέα ανώνυμη εταιρεία, από τη νέα ανώνυμη εταιρεία σε συμβάσεις, μισθώσεις, πωλητήρια, αναψυκτήρια, ακίνητα και ιδιώτες. Από τους πόρους της οπτικοακουστικής δημιουργίας στα ριάλιτι και στα τηλεπαιχνίδια.»

Η Κατερίνα Σπυριδάκη επέκρινε και τον τρόπο νομοθέτησης της Κυβέρνησης, τονίζοντας ότι 141 διαφορετικές διατάξεις, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελούν πέντε ξεχωριστά νομοσχέδια, τέθηκαν σε διαβούλευση για μόλις δώδεκα ημέρες.

«Όσο περισσότερα στοιβάζονται, τόσο λιγότερα ελέγχονται», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η Κυβέρνηση αγνόησε ακόμη και τα αιτήματα των αρμόδιων φορέων για περισσότερο χρόνο ουσιαστικής διαβούλευσης.

Αναφερόμενη στην κυβερνητική επιχειρηματολογία για τον ΟΔΑΠ, η Βουλευτής επισήμανε την αντίφαση ανάμεσα στην εικόνα ενός δήθεν επιτυχημένου και εκσυγχρονισμένου οργανισμού και στην απόφαση της Κυβέρνησης να μεταφέρει τις σημαντικότερες και πλέον προσοδοφόρες αρμοδιότητές του στη νέα Α.Ε.

Όπως ανέφερε: «Έξι χρόνια τώρα παρουσιάζετε τον ΟΔΑΠ ως επιτυχία. Μας λέτε ότι εκσυγχρονίστηκε, ότι διαχειρίζεται έργα εκατομμυρίων και ότι αύξησε τα έσοδα των αρχαιολογικών χώρων. Ξαφνικά ο επιτυχημένος αυτός οργανισμός δεν αρκεί. Εισιτήρια, πωλητήρια, αναψυκτήρια, προϊόντα, ψηφιακές πλατφόρμες, ακίνητα, μισθώσεις και συνεργασίες με ιδιώτες φεύγουν και πάνε στη νέα Α.Ε. Τι φεύγει, δηλαδή; Ό,τι έχει οικονομικό ενδιαφέρον. Ο ΟΔΑΠ κρατάει τα έσοδα στα χαρτιά, η νέα ΑΕ θα λέει πώς θα διαχειριστούμε τα έσοδα αυτά και ύστερα ο ΟΔΑΠ θα πληρώνει για να λειτουργεί. Πληρώνει, δηλαδή, ο ίδιος ο οργανισμός την αποψίλωσή του. Εγώ κυρία Υπουργέ, ένα ερώτημα έχω: Εάν ο ΟΔΑΠ λειτουργεί όσο καλά λέτε, τότε γιατί δεν τον ενισχύετε;»

Παράλληλα, έθεσε συγκεκριμένα ερωτήματα για το ετήσιο λειτουργικό κόστος της νέας εταιρείας, το ύψος της διαχειριστικής αμοιβής της, τις τακτικές και έκτακτες χρηματοδοτήσεις της και τον συνολικό οικονομικό αντίκτυπο στον κρατικό προϋπολογισμό.

Η Κατερίνα Σπυριδάκη τόνισε ότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν μπορεί να αξιολογείται με αποκλειστικούς όρους αγοράς και οικονομικής απόδοσης, καθώς αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της συλλογικής ταυτότητας και της ιστορικής αυτογνωσίας της χώρας.

«Η κληρονομιά μας δεν εξαρτά την εντός εισαγωγικών “απόδοσή” της από όρους αγοράς. Είναι αυτό που μας ενώνει και μας επιτρέπει να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε και να στεκόμαστε με υπερηφάνεια προς τα έξω.»

Η Κατερίνα Σπυριδάκη υπενθύμισε ότι η δημιουργία νέων «ευέλικτων» οργανισμών στον χώρο του πολιτισμού δεν αποτελεί καινούργια πρακτική, ούτε μπορεί από μόνη της να θεωρείται εγγύηση αποτελεσματικότητας. Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην εμπειρία του Οργανισμού Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού, επισημαίνοντας ότι ένας φορέας που είχε δημιουργηθεί από το ΠΑΣΟΚ για έναν συγκεκριμένο και περιορισμένο σκοπό, κατέληξε επί διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας να μετατραπεί σε μηχανισμό σπατάλης, συσσώρευσης χρεών και διόγκωσης των προσλήψεων.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Επειδή, όμως, κάθε φορά που στήνεται ένας νέος ευέλικτος οργανισμός, μας λέτε ότι αυτή τη φορά θα λειτουργήσει και όλα θα πάνε καλά, καλό είναι να θυμηθούμε πού οδήγησε το ίδιο μοντέλο στο παρελθόν. Το ΠΑΣΟΚ είχε θεσπίσει πάλαι ποτέ τον ΟΠΕΠ για έναν και μόνο σκοπό: την Πολιτιστική Ολυμπιάδα. Όταν ο ΟΠΕΠ έπεσε στα χέρια σας, στα χέρια της παράταξής σας, μετατράπηκε σε μηχανισμό σπατάλης, χρεών και προσλήψεων που αυξήθηκαν αισθητά όσο πλησιάζαμε στις εκλογές. Έτσι, το 2010, το ΠΑΣΟΚ τον έθεσε σε εκκαθάριση.»

Στη συνέχεια, επικαλέστηκε τις αναθέσεις του ΟΔΑΠ ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της συγκέντρωσης δραστηριοτήτων σε ελάχιστους οικονομικούς φορείς: «Πενήντα εννέα αναψυκτήρια σε όλη τη χώρα, ένας ανάδοχος. Πωλητήρια για είκοσι επτά αρχαιολογικούς χώρους, ένας ανάδοχος. Διαχείριση για τα εισιτήρια της Ακρόπολης, προϋπολογισμού 1,68 εκατομμυρίων ευρώ, δύο ανάδοχοι. Και εισιτήρια για οκτώ ακόμα αρχαιολογικούς χώρους, μέσα στους οποίους και η Κνωσός, με προϋπολογισμό πέντε εκατομμυρίων, ένας ανάδοχος.»

Όπως τόνισε, το ζήτημα δεν είναι απλώς η νομική μορφή της νέας εταιρείας, αλλά η δημιουργία ενός περισσότερο ευέλικτου σχήματος, μέσα στο οποίο περιορίζονται οι μηχανισμοί δημόσιου ελέγχου και λογοδοσίας.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η Κατερίνα Σπυριδάκη στις διατάξεις για το cash rebate στον οπτικοακουστικό τομέα. Αναγνώρισε ότι ο πενταετής προγραμματισμός μπορεί να εξασφαλίσει σταθερότητα στον κλάδο, άσκησε όμως σφοδρή κριτική στην επέκταση των ενισχύσεων σε ριάλιτι, τηλεπαιχνίδια, talent shows και καθημερινές ψυχαγωγικές εκπομπές.

Όπως σημείωσε: «Δεν ζητήσαμε την άποψή σας για το ποιο είδος είναι υψηλής τέχνης και ποιο όχι. Εμείς ρωτάμε γιατί ο Έλληνας φορολογούμενος καλείται να πληρώσει μέρος του κόστους μιας παραγωγής ενός τηλεπαιχνιδιού που θα γυριζόταν ούτως ή άλλως στην Ελλάδα, στην ελληνική τηλεόραση και στην ελληνική διαφημιστική αγορά. Ποια επένδυση θα προσελκύσει και ποια εξωστρέφεια ενισχύεται;»

Έθεσε, επίσης, το ερώτημα κατά πόσο οι τηλεοπτικοί σταθμοί εκπληρώνουν ήδη την υποχρέωσή τους να διαθέτουν το 1,5% των διαφημιστικών τους εσόδων στον ελληνικό κινηματογράφο, πριν αποκτήσουν πρόσβαση σε επιπλέον δημόσια χρηματοδότηση.

Η Βουλευτής υπογράμμισε ότι η σταθερή χρηματοδότηση του κινηματογράφου είναι απαραίτητη, δεν μπορεί όμως να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τη λειτουργία ενός ακριβού υπεροργανισμού χωρίς επαρκή διαφάνεια, θεσμική αυτονομία και ουσιαστική συμμετοχή των ανθρώπων του οπτικοακουστικού κλάδου.

Κλείνοντας και στο πλαίσιο ανάδειξης της εμπορευματοποίησης του πολιτισμού από την Κυβέρνηση, η Κατερίνα Σπυριδάκη έκανε εκτενή αναφορά στην Σπιναλόγκα και την εκδήλωση που είχε πραγματοποιηθεί τον Μάιο του 2025 στον ιστορικό χώρο, παραθέτοντας την κυβερνητική απάντηση που είχε δοθεί στην κοινοβουλευτική της παρέμβαση.

«Όμως, όπως σας είπα και πριν, η όποια φιλελεύθερη ιδεολογική ταυτότητα έχει απομείνει στη Νέα Δημοκρατία, συνοψίζεται στο αφήγημα περί αναπτυξιακής τροχιάς, ρεκόρ και αριθμών. Κι εμείς στο Λασίθι το έχουμε δει με τον πιο εκφυλιστικό τρόπο, πώς μια ωραία μέρα του Μαΐου του 2025, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι -παρόμοιο σκηνικό με αυτό που περιέγραψε η κ. Μάλαμα πριν- επισκέπτες έφτασαν στη Σπιναλόγκα και θυμάστε τι ακριβώς αντίκρυσαν; Αντίκρυσαν τραπέζια, ανθοστολισμούς, catering, ζωντανή μουσική, ογδόντα προσκεκλημένους του Posidonia Sea Tourism Forum. Λίγα μέτρα από τον τόπο όπου οι άνθρωποι έζησαν απομονωμένοι, στιγματισμένοι και πέθαιναν μακριά από τις οικογένειές τους, το Υπουργείο επέλεξε να κάνει catering με ζωντανή μουσική. Ειλικρινά, ντρέπομαι και μόνο που καλούμαι να σχολιάσω το αυτονόητο. Διότι ξέρετε, δεν είναι το θέμα πόσα μέτρα από τα τείχη ήταν η εκδήλωση, γιατί η ασέβεια δεν μετριέται με μεζούρα, αλλά περιμέναμε έστω μια λέξη αυτοκριτικής, μια αναγνώριση ότι ο τόπος αυτός δεν είναι για τέτοιες εκδηλώσεις.

Ξέρετε τι απάντησαν ευθαρσώς στην ερώτηση που θα καταθέσω στα Πρακτικά; Ότι η εκδήλωση είχε καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα. Αυτή η εκδήλωση εδώ, με τα catering και τις τέντες, είχε ενημερωτικό χαρακτήρα, ότι το γεύμα αποτελούσε μέρος μιας συνολικής πολιτιστικής εμπειρίας και ότι η Σπιναλόγκα είναι Λιμάνι πέρα από λεπροκομείο. Ότι, δηλαδή, ο ρόλος της σαν Λιμάνι μας κάνει να σβήσουμε ότι ήταν μνημείο ανθρώπινου πόνου. Ήταν και είναι κυρία Υπουργέ, μνημείο ανθρώπινου πόνου. Για τους εκλεκτούς έχουμε βέβαια την πολιτιστική εμπειρία. Για τους ανθρώπους που επισκέπτονται έχουμε ελλιπή φωτισμό, ελλιπή ύδρευση, όλα ελλιπή.»