Ο Παναγιώτης Περράκης, Πρόεδρος των Αλιέων Μαγνησίας, για τη συνάντηση με τον Πρωθυπουργό, τα αιτήματα του κλάδου και όσα κατάφεραν μετά από 50 και πλέον μέρες αγώνα.
Ιδιαίτερα πυκνή σε περιεχόμενο και ένταση ήταν η συνάντηση των εκπροσώπων του πρωτογενούς τομέα με τον Πρωθυπουργό, στην οποία συμμετείχε και ο Παναγιώτης Περράκης, Πρόεδρος των Αλιέων Μαγνησίας. Όπως ο ίδιος περιέγραψε, πήγε στη συνάντηση «με χαρτιά στα χέρια», με τεκμηριωμένες προτάσεις, αριθμούς και συγκεκριμένες λύσεις, όχι απλώς με γενικά αιτήματα.
Στο τραπέζι τέθηκαν ζητήματα που αφορούν όλη την Ελλάδα: η παράνομη αλιεία, το φορολογικό, το κόστος λειτουργίας των σκαφών, η ασφάλιση των εργατών, οι ζημιές από θαλάσσια θηλαστικά, η ηλεκτρονική τιμολόγηση, αλλά και τα προβλήματα που δημιουργούν ξένα αλιευτικά στα ελληνικά χωρικά ύδατα.
Ο κ. Περράκης τόνισε ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι η παραοικονομία στην αλιεία: ψάρια που πωλούνται χωρίς τιμολόγια, χωρίς αποδείξεις και χωρίς έλεγχο. «Όταν κάποιος πουλάει παράνομα, χάνω εγώ που δουλεύω νόμιμα, χάνει και το κράτος», είπε, εκτιμώντας ότι οι απώλειες φτάνουν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.
Σημαντική ήταν και η παρέμβασή του για το θέμα των εργατών αλιείας. Όπως εξήγησε, δεν μπορεί η αλιεία να αντιμετωπίζεται σαν σταθερή επιχείρηση που δουλεύει κάθε μέρα. Ο καιρός, η θάλασσα και οι απαγορεύσεις καθορίζουν πότε βγαίνει το σκάφος. Για τον λόγο αυτό ζήτησε επιστροφή στο εργόσημο, ώστε ο εργάτης να πληρώνεται μόνο τις ημέρες που πραγματικά δουλεύει το σκάφος.
Ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα είναι οι ζημιές από δελφίνια και λαγοκέφαλους. Σύμφωνα με πανεπιστημιακές μελέτες, ένας μέσος αλιέας χάνει περίπου 5.700 ευρώ τον χρόνο από φθορές σε δίχτυα και εργαλεία. Μέσα από πιέσεις χρόνων, εξασφαλίστηκε ευρωπαϊκή αποζημίωση 5.300 ευρώ για τρία χρόνια, κάτι που θεωρείται μια πρώτη, αλλά όχι επαρκής, ανακούφιση.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο πρόβλημα των ξενικών ειδών, όπως ο λαγοκέφαλος, που καταστρέφει εργαλεία και μειώνει τα αλιεύματα. Ο κ. Περράκης μίλησε για σχέδιο δημιουργίας κλιβάνων, αρχικά στην Κρήτη και στη συνέχεια και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, ώστε να γίνεται καύση αυτών των ψαριών με χαμηλό κόστος μεταφοράς και να δοθεί κίνητρο στους αλιείς να τα απομακρύνουν από τη θάλασσα.
Στη συνάντηση τέθηκαν επίσης ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας στη θάλασσα. Έλληνες αλιείς, ιδιαίτερα σε παραμεθόριες περιοχές, καταγγέλλουν πιέσεις και απειλές από ξένα αλιευτικά. «Δεν μπορεί ένας ψαράς να φεύγει από το σπίτι του και να μην ξέρει αν θα γυρίσει», τόνισε χαρακτηριστικά.
Τι κερδήθηκε τελικά από τη συνάντηση;
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο των Αλιέων Μαγνησίας:
– Κερδήθηκε το θέμα του πετρελαίου και της φορολόγησης στη μάνικα. – Μπλοκαρίστηκε η υποχρέωση για επιπλέον κόστος παρόχου στην ηλεκτρονική τιμολόγηση. – Μπήκε σε σωστή σειρά το θέμα αποζημιώσεων για ζημιές από θαλάσσια θηλαστικά. – Δρομολογήθηκαν παρεμβάσεις για τα ξενικά είδη και τους κλιβάνους. – Άνοιξε σοβαρά η συζήτηση για το εργόσημο στην αλιεία.
Παρότι δεν ικανοποιήθηκαν όλα τα αιτήματα, ο κ. Περράκης υπογράμμισε ότι «κάτι έγινε» και αυτό δεν είναι τυχαίο: είναι αποτέλεσμα πολυετούς αγώνα, ενότητας και κοινής δράσης όλων των κλάδων του πρωτογενούς τομέα.
Ωστόσο, ήταν ξεκάθαρος: η αλιεία, όπως πάει σήμερα, δεν έχει μέλλον αν δεν αλλάξει πολιτική. Ένα σκάφος 12 μέτρων, είπε, χρειάζεται περίπου 500 ευρώ την ημέρα μόνο για πάγια έξοδα, ακόμα και όταν δεν βγαίνει για ψάρεμα. Αν προστεθούν καύσιμα, πάγοι, εργάτες και φθορές, συχνά ο αλιέας δουλεύει για να μπαίνει μέσα.
«Αν με ρωτούσε ένας νέος άνθρωπος αν αξίζει να γίνει ψαράς, θα του έλεγα: με τίποτα», δήλωσε χαρακτηριστικά, δείχνοντας πόσο οριακή είναι η κατάσταση.
Το βασικό μήνυμα που έστειλε είναι ένα: ενότητα. Να σταματήσει ο διαχωρισμός ανάμεσα σε περιοχές και συλλόγους. Όπως είπε, «δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα μεταξύ μας. Αν δεν ενωθούμε, 10–15 άνθρωποι θα παίζουν την τύχη 10.000 ψαράδων».
Ο αγώνας, κατά τον ίδιο, δεν πρέπει να σταματήσει. Για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση, όλοι οι κλάδοι του πρωτογενούς τομέα βρέθηκαν μαζί στους δρόμους. Αυτό από μόνο του είναι μια κατάκτηση – και η βάση για να συνεχιστεί η διεκδίκηση μιας βιώσιμης αλιείας και ενός ζωντανού πρωτογενούς τομέα στη χώρα.