Στ. Φενέκος: Η Σούδα παραμένει ισχυρά θωρακισμένη απέναντι σε πυραυλικές απειλές
Ο πρώην διοικητής της βάσης της Σούδας μιλά στον Ηχώ 99.8 για την ασφάλεια της Κρήτης, τον ρόλο της βάσης στην Ανατολική Μεσόγειο και τους πραγματικούς κινδύνους από την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή.
Η ένταση στη Μέση Ανατολή και τα περιστατικά με drones και πυραύλους στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ασφάλειας στρατιωτικών εγκαταστάσεων και ιδιαίτερα της βάσης της Σούδας στην Κρήτη. Για τις εξελίξεις αυτές μίλησε στον Ηχώ 99.8 ο υποναύαρχος ε.α. και πρώην διοικητής της βάσης της Σούδας, Στέλιος Φενέκος, αναλύοντας την πραγματική εικόνα γύρω από τις απειλές και τις δυνατότητες άμυνας της περιοχής.
Ο κ. Φενέκος επισήμανε ότι η Κύπρος, ως κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει το δικαίωμα να ζητήσει συνδρομή από άλλα κράτη, όπως η Ελλάδα, σε περίπτωση απειλών ή παραβιάσεων του εναέριου χώρου της. Όπως εξήγησε, η συνεργασία αυτή θα μπορούσε να βασιστεί στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και ιδιαίτερα στο άρθρο 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ, το οποίο προβλέπει συλλογική συνδρομή σε περίπτωση απειλής. Παράλληλα τόνισε ότι η Κύπρος ήδη επιδιώκει στήριξη από ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, στο πλαίσιο της ευρύτερης ευρωπαϊκής άμυνας.
Αναφερόμενος στις εξελίξεις στην περιοχή και στον ρόλο της Τουρκίας, σημείωσε ότι η Άγκυρα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και ενδέχεται να επιχειρήσει να ενισχύσει τη στρατιωτική της παρουσία στα κατεχόμενα, αξιοποιώντας τις εξελίξεις για να προβάλλει κυριαρχικά δικαιώματα στην περιοχή. Ωστόσο, εξήγησε ότι τα κατεχόμενα δεν αποτελούν διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος και συνεπώς δεν μπορούν να επικαλεστούν μηχανισμούς συλλογικής άμυνας όπως αυτούς του ΝΑΤΟ.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Φενέκος και στη συμμετοχή ελληνικών ναυτικών μονάδων στην ευρύτερη περιοχή, σημειώνοντας ότι η παρουσία ελληνικών φρεγατών, όπως της «Κίμων», αποτελεί σημαντικό στοιχείο επιτήρησης και αεράμυνας. Παράλληλα, εξήγησε ότι τα σύγχρονα πολεμικά πλοία διαθέτουν προηγμένα ραντάρ και συστήματα εντοπισμού στόχων, τα οποία επιτρέπουν την παρακολούθηση απειλών σε μεγάλες αποστάσεις και τη συνεργασία με άλλα συστήματα αεράμυνας που υπάρχουν στην περιοχή.
Σε ό,τι αφορά τη βάση της Σούδας, ο πρώην διοικητής της τόνισε ότι πρόκειται για μια εγκατάσταση με σημαντικές δυνατότητες προστασίας. Όπως είπε, η περιοχή διαθέτει πολλαπλά επίπεδα άμυνας και συνεργάζεται με αμερικανικά και συμμαχικά συστήματα, γεγονός που ενισχύει σημαντικά την ασφάλεια. Εξήγησε επίσης ότι η βάση προστατεύεται από συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας και από πλοία που διαθέτουν δυνατότητες αντιμετώπισης βαλλιστικών απειλών.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το ενδεχόμενο να πληγεί η Σούδα από πυραυλική επίθεση θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς υπάρχουν αρκετά επίπεδα εντοπισμού και αναχαίτισης τέτοιων απειλών. Αντίθετα, όπως σημείωσε, οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι σε τέτοιες περιπτώσεις αφορούν κυρίως ασύμμετρες απειλές, όπως πιθανές δολιοφθορές ή τρομοκρατικές ενέργειες, για τις οποίες λαμβάνονται αυξημένα μέτρα ασφαλείας.
Ο κ. Φενέκος αναφέρθηκε επίσης στο ενδεχόμενο χρήσης εμπορικών πλοίων ή άλλων μέσων για την εκτόξευση drones ή μικρών επιθετικών συστημάτων, κάτι που έχει παρατηρηθεί σε άλλες συγκρούσεις τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο διευκρίνισε ότι σε περιόδους αυξημένης επιφυλακής εφαρμόζονται αυστηρά μέτρα επιτήρησης στη θαλάσσια περιοχή γύρω από τη Σούδα, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την προσέγγιση ύποπτων μέσων χωρίς έλεγχο.
Τέλος, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα πρέπει να ενισχύσει τον στρατηγικό της σχεδιασμό τόσο σε αμυντικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο, αξιοποιώντας το ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας. Όπως ανέφερε, η δημιουργία ενός ευρύτερου «πλέγματος» συνεργασίας με ευρωπαϊκές χώρες μπορεί να ενισχύσει την ασφάλεια της περιοχής, ενώ παράλληλα θα μειώσει το κόστος και θα ενισχύσει τη νομιμοποίηση των ενεργειών άμυνας.
Ο ίδιος κατέληξε τονίζοντας ότι, παρά τις διεθνείς εντάσεις, δεν υπάρχει λόγος πανικού για την Ελλάδα και ιδιαίτερα για την Κρήτη, καθώς οι στρατιωτικές υποδομές της χώρας είναι καλά προστατευμένες και λειτουργούν μέσα σε ένα ευρύτερο σύστημα συνεργασίας και επιτήρησης στην Ανατολική Μεσόγειο.