Ο πρόεδρος του ΣΠΕΛ, μιλώντας στην εκπομπή «Καλημέρα Λασίθι», εξηγεί πώς οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι δασμοί και το αυξημένο ενεργειακό κόστος επηρεάζουν την τιμή των λιπασμάτων και την ανταγωνιστικότητα του Έλληνα αγρότη.
Οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τις εισαγωγές πρώτων υλών επηρεάζουν σημαντικά το κόστος παραγωγής στον πρωτογενή τομέα, με ιδιαίτερα έντονο αντίκτυπο στον τομέα των λιπασμάτων και της θρέψης των καλλιεργειών. Το ζήτημα αυτό αναλύθηκε σε συνέντευξη που παραχώρησε ο κ. Ρουσέας, πρόεδρος του Συνδέσμου Παραγωγών και Εμπόρων Λιπασμάτων (ΣΠΕΛ), στην πρωινή εκπομπή του Ηχώ 99,8 «Καλημέρα Λασίθι».
Όπως επισημάνθηκε, η αύξηση του κόστους παραγωγής δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο για την Ελλάδα αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη. Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει πολιτικές που, αν και έχουν στόχο την προστασία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και την προώθηση της πράσινης μετάβασης, δημιουργούν παράλληλα σημαντικές πιέσεις στον πρωτογενή τομέα.
Ένα από τα βασικά ζητήματα είναι οι επιπλέον δασμοί που επιβλήθηκαν στις εισαγωγές πρώτων υλών και λιπασμάτων από τη Ρωσία. Όπως ανέφερε ο κ. Ρουσέας, η Ρωσία αποτελούσε μέχρι πρόσφατα έναν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές της ευρωπαϊκής αγοράς, καλύπτοντας περίπου το 25% έως 30% της κατανάλωσης λιπασμάτων στην Ευρώπη. Με την επιβολή των νέων δασμών, οι οποίοι σταδιακά φτάνουν ακόμη και το 15%, η εισαγωγή προϊόντων από τη ρωσική αγορά καθίσταται πλέον οικονομικά δύσκολη.
Παράλληλα, από την 1η Ιανουαρίου εφαρμόζεται και ο συνοριακός μηχανισμός άνθρακα (Carbon Border Adjustment Mechanism), ο οποίος επιβάλλει πρόσθετο κόστος σε εισαγόμενα προϊόντα από τρίτες χώρες με υψηλότερες εκπομπές άνθρακα. Το μέτρο αυτό επηρεάζει σημαντικά τις εισαγωγές πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή λιπασμάτων.
Το αποτέλεσμα είναι ότι το κόστος παραγωγής αυξάνεται από πολλαπλές πλευρές: από την αύξηση των τιμών της ενέργειας και των μεταφορών, από τους δασμούς αλλά και από τις νέες περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις. Όλα αυτά μεταφέρονται τελικά στο κόστος των αγροτικών εισροών, επηρεάζοντας άμεσα την ανταγωνιστικότητα των παραγωγών.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΠΕΛ, όταν αυξάνεται το κόστος των λιπασμάτων και των αγροτικών εφοδίων, οι παραγωγοί δυσκολεύονται να επενδύσουν στις καλλιέργειές τους. Αυτό έχει ως συνέπεια να μειώνεται η παραγωγικότητα, αλλά και η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων στην αγορά.
Ταυτόχρονα, σημειώθηκε ότι ενώ το κόστος παραγωγής αυξάνεται, οι τιμές που λαμβάνουν οι παραγωγοί για τα προϊόντα τους συχνά παραμένουν χαμηλές. Αυτή η ανισορροπία δημιουργεί έντονη πίεση στο εισόδημα των αγροτών.
Αναφορά έγινε επίσης στον νέο εθνικό νόμο για τα λιπάσματα που τέθηκε σε εφαρμογή από τον Απρίλιο του 2025. Όπως εξήγησε ο κ. Ρουσέας, ο νόμος αυτός προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στις εταιρείες και στις καλλιέργειες, καθώς επιτρέπει την εφαρμογή ενός εθνικού πλαισίου προσαρμοσμένου στις ιδιαίτερες ανάγκες της ελληνικής γεωργίας, αντί της αποκλειστικής εφαρμογής του ευρωπαϊκού κανονισμού.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί σε περιοχές όπως η Κρήτη, όπου η καλλιέργεια θερμοκηπιακών προϊόντων απαιτεί εντατική χρήση θρεπτικών στοιχείων. Παράλληλα, προβλήματα όπως η ανομβρία, η υψηλή θερμοκρασία και η αυξημένη αλατότητα στο νερό άρδευσης επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Οι ειδικοί του κλάδου επισημαίνουν ότι η κλιματική αλλαγή δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες για τη γεωργία. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί νέες τεχνολογίες θρέψης φυτών που βοηθούν τις καλλιέργειες να αξιοποιούν καλύτερα τα θρεπτικά στοιχεία και να ανταποκρίνονται στις δύσκολες συνθήκες.
Τέλος, έγινε αναφορά και στις γεωπολιτικές εξελίξεις που επηρεάζουν την παγκόσμια αγορά λιπασμάτων, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή. Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν τις αγορές ενέργειας και μεταφορών, γεγονός που με τη σειρά του μεταφέρεται και στο κόστος παραγωγής των λιπασμάτων.
Παρά τις δυσκολίες, ο κ. Ρουσέας εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος ότι, εφόσον υπάρξει αποκλιμάκωση των διεθνών εντάσεων, η αγορά μπορεί να επανέλθει σχετικά γρήγορα σε πιο ομαλές συνθήκες. Όπως τόνισε, τα τελευταία χρόνια το απρόβλεπτο έχει γίνει σχεδόν ο κανόνας στην παγκόσμια οικονομία.
Το βασικό μήνυμα προς τους παραγωγούς, κατέληξε, είναι να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους και να συνεχίσουν την προσπάθεια, αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογίες και τις δυνατότητες που υπάρχουν στον τομέα της γεωργίας.