Το σχολείο του χθες απέναντι στα παιδιά του αύριο -Ένα κείμενο προβληματισμού για τις Πανελλαδικές, την πίεση της αριστείας και την ανάγκη ουσιαστικής αλλαγής στην εκπαίδευση.
Είναι αμέτρητες οι φορές που συγκρουστήκαμε με τους γονείς μας για τις σχολικές μας επιδόσεις, ισάριθμες και εκείνες που πιστεύαμε ότι δε μας καταλάβαιναν. Τούτο, βέβαια, εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα, κορυφώνεται από την παγίωση των στερεοτυπικών θέσεων περί αριστείας και εκπίπτει, όταν η ίδια η αριστεία μοιάζει να μη συναντά ποτέ την αληθινή ζωή.
Μέσα σε αυτήν τη συνθήκη, δύο κορίτσια φέτος έκαναν βουτιά στο κενό στην Ηλιούπολη υπό τον κίνδυνο να ματαιωθούν οι ελπίδες όλων για τις επιδόσεις τους στις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Το γεγονός -ας είμαστε ειλικρινείς- πέρασε όπως και όλες οι άλλες ειδήσεις που από νέες έγιναν παλιές ως να μη συνέβησαν ποτέ.
Ό,τι πλέον πρέπει να γίνει κατανοητό είναι το εξής: όλα γύρω αλλάζουν, όλα μεταβάλλονται, το ελληνικό σχολείο και οι πεποιθήσεις γύρω από αυτό όμως παραμένουν με κάθε τρόπο σε συνθήκη προσκόλλησης στον παλιό και σκονισμένο τους εαυτό. Είναι αναπόφευκτο, συνεπώς, όχι μόνο για τις Πανελλαδικές, αλλά και για τη μορφή της διδασκαλίας και της εξέτασης να τις ξεπερνά η ίδια η ζωή.
Οι νέοι γίνονται κοινωνοί των ποικίλων αυτών αλλαγών: ρευστοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων, αύξηση των μέσων παραγωγής και αναπαραγωγής της τέχνης (βλ. Spotify), νέες μορφές αισθητικής-καλλιτεχνικής έκφρασης, εμφάνιση νέων δεδομένων στο πεδίο των έμφυλων ζητημάτων, εμφατική έλευση της Τεχνητής Νοημοσύνης και άλλα τόσα παραδείγματα.
Κι ενώ όλα μετουσιώνονται σε δευτερόλεπτα και οι ανάγκες και οι προσδοκίες επανατοποθετούνται, τίποτα στην εκπαίδευση δε φαίνεται να ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες και το σχολείο εξακολουθητικά απορρίπτεται.
Έτσι, τα παιδιά σήμερα καλούνται να ζήσουν δύο ζωές: αυτήν που ζει στο παρόν και κοιτά στο μέλλον εγγεγραμμένη στις πολλαπλότητες της, την έξω από το σχολείο ζωή, και αυτήν που βαδίζει ακόμη στο παρελθόν, τη ζωή μέσα στο σχολείο. Κι αν οι Πανελλαδικές Εξετάσεις ήταν μέχρι πρότινος ένας τρόπος να φαίνονται ελκυστικά τα παλιά δεδομένα γύρω από τη γνώση και την εκπαίδευση, η εμφάνιση των Ιδιωτικών Πανεπιστημίων μάλλον έρχεται να δείξει ότι αυτά ξεπερνιούνται.
Αν, ωστόσο, τα παραπάνω ακούγονται κάπως προκλητικά, ας μεταφερθεί ο στοχασμός στο πεδίο της Επιστήμης. Στο σχολείο ένας μαθητής για τη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία θα πρέπει να μάθει την έννοια της μεταφοράς.
Αν στο Πανεπιστήμιο επιλέξει κάποιο μάθημα Νεοελληνικής Φιλολογίας, η μεταφορά δε θα είναι πια τόσο χρήσιμη, γιατί θα πρέπει να μάθει να αντιλαμβάνεται την ανοικείωση στα λογοτεχνικά κείμενα. Αν όμως ο μαθητής αυτός ως φιλόλογος πια αποφασίσει να δραστηριοποιηθεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, θα πρέπει να «αφήσει» την ανοικείωση για να διδάξει τη μεταφορά.
Κάτι αντίστοιχο ενδεχομένως συμβαίνει και σε άλλα πεδία. Κι έτσι η Επιστήμη θα εξελίσσεται και το ελληνικό σχολείο θα βαδίζει εσαεί ανάποδα. Σε αυτό το πλαίσιο, και το Πανεπιστήμιο κινδυνεύει να γίνει ένας περίκλειστος χώρος με ανθρώπους που καμαρώνουν για τις φανταστικές εργασίες τους, όταν, την ίδια στιγμή, η κοινωνία έξω από το Πανεπιστήμιο δεν έχει ιδέα για όσα γίνονται μέσα σε αυτό.
Η γνώση, με άλλα λόγια, δεν τίθεται ούτε στο ελάχιστο στην υπηρεσία του ανθρώπου, αφού Πανεπιστήμιο και ελληνικό σχολείο βαδίζουν σε εντελώς άλλους δρόμους. Ή, για να το θέσουμε αλλιώς, αυτό που διδάσκεται και εξετάζεται στο ελληνικό σχολείο ως Λογοτεχνία, αν έχεις λίγες γνώσεις, ξέρεις ότι απλώς τη θυμίζει.
Ας αναρωτηθούμε, επομένως, πώς μπορεί να αισθάνεται ένας μαθητής ή μία μαθήτρια, όταν τον περισσότερο χρόνο της ημέρας καλείται να τον αφιερώσει για να καταναλώσει «έτοιμη γνώση» που καμία σχέση δεν έχει με την πραγματική ζωή και σταδιακά αρχίζει να βάζει τα αντικείμενα απέναντι θεωρώντας ότι, αν αυτά μας απασχολούν εδώ, το Πανεπιστήμιο δεν έχει απολύτως τίποτα φρέσκο να προσφέρει.
Ας αναρωτηθούμε, επομένως, πόση ψυχική κούραση προϋποθέτει η διαδικασία να ζεις δύο ζωές και να πρέπει να πείσεις τελικά τον εαυτό σου για το γεγονός ότι οι Πανελλαδικές είναι ο μόνος δρόμος. Όλα ετούτα βέβαια δε φύτρωσαν. Τα καλλιέργησαν μηχανισμοί, όπως η ανάδειξη του σημαιοφόρου, που οδηγεί περίπου σε πολεμικές συρράξεις μέσω της βαθμολογίας προκαλώντας συχνά διχασμούς γύρω από το ζήτημα της σημαίας.
Το ελληνικό σχολείο και ό,τι συνυφαίνεται με αυτό σταδιακά θα ξεπεραστεί από την ίδια τη ζωή. Ό,τι πρώτο καταρρέει είναι αυτό που δεν έχει ίχνος προσαρμοστικότητας. Τα παιδιά για πάντα θα κατοικούν στο μέλλον, ενώ το σχολείο θα φιλοξενείται νοσταλγικά στο παρελθόν και θα παλεύει να ξεσκονίζει τις αναμνήσεις του.
Προς το παρόν παραμένει στα μάτια των μαθητών μάλλον αποκρουστικό. Τώρα έχει φθάσει πια η στιγμή να συζητήσουμε αδέσμευτα και σοβαρά για την μετατροπή των συνθηκών της εκπαίδευσης. Η απόρριψη του εξεταστικοκεντρικού μοντέλου δεν είναι ταμπού, αν αντιληφθούμε ότι η μέθοδος της συνεργατικής έρευνας για τη γνώση ήδη αναβαθμίζει το ενδιαφέρον των μαθητών και των μαθητριών.
Η σπουδαιότερη κατάκτηση θα είναι να γίνει το σχολείο λόγος για να ξυπνάμε όλοι το πρωί. Ευτυχισμένους ανθρώπους θέλουμε, όχι καταπιεσμένους. Στάσου και σκέψου.
Άρθρο προβληματισμού για το ελληνικό σχολείο και τις Πανελλαδικές του
Παναγιώτη Μυλωνάκη
Φιλόλογος
Μεταπτυχιακός Φοιτητής Νεοελληνικής Φιλολογίας
Τμήμα Φιλολογίας, Ε.Κ.Π.Α.