Όχι στην υποκινούμενη αξιολόγηση λένε εκπαιδευτικοί της Ιεράπετρας

10:06 π.μ. - Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2021
10:02 π.μ. - Παρ, 05/06/2021
Image: Όχι στην υποκινούμενη αξιολόγηση λένε εκπαιδευτικοί της Ιεράπετρας

Ο Γ. Πασπαράκης, πρόεδρος του Συλλόγου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης " Μαρία Λιουδάκι", στον Ηχώ 99,8

Ο Γ. Πασπαράκης, πρόεδρος του Συλλόγου πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης " Μαρία Λιουδάκι", μίλησε στον Ηχώ 99,8 :

-

Το Υπουργείο Παιδείας και η Κυβέρνηση, μέσα στην πανδημία, αντί να μεριμνήσει για την ασφαλή λειτουργία των σχολείων, υιοθετώντας τις προτάσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας, συνεχίζει να ψηφίζει σειρά αντιεκπαιδευτικών νόμων σε βάρος της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης, των μαθητών και των εκπαιδευτικών:

μείωση του τακτικού προϋπολογισμού του κράτους για την παιδεία

αύξηση των μαθητών ανά τμήμα,

εξίσωση τίτλων κολεγίων με πανεπιστημιακούς & παροχή ίσων εργασιακών δικαιωμάτων,

αποκλεισμό χιλιάδων μαθητών από τα πανεπιστήμια, απροκάλυπτη παροχή πελατών στα ιδιωτικά ΙΕΚ με την επαναφορά της βάσης του 10 και τη μεγάλη μείωση του αριθμού των εισακτέων στα ΑΕΙ,

κατάργηση δημόσιων ΙΕΚ,

νομιμοποίηση του αποτελέσματος των ηλεκτρονικών ψευτο-εκλογών για την ανάδειξη αιρετών στις οποίες συμμετείχε το 5% του συνόλου των εκπαιδευτικών,

αύξηση του ωραρίου των νηπιαγωγών,

εγκατάσταση αστυνομίας εντός των πανεπιστημιακών χώρων,

πειθαρχικά μέτρα για φοιτητές και φυλακίσεις σε όσους συμμετέχουν σε εκπαιδευτικές κινητοποιήσεις κ.α).

Πρόκειται κυριολεκτικά για έναν αντιεκπαιδευτικό Αρμαγεδδώνα με τελικό στόχο ένα αυταρχικά ελεγχόμενο εκπαιδευτικό σύστημα, υποταγμένο στους νόμους της αγοράς, το σχολείο-επιχείρηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, των μορφωτικών προνομίων και των εκπαιδευτικών ανισοτήτων.

Στο πνεύμα της αντιμεταρρύθμισης προς ένα δημόσιο σχολείο ελεγχόμενο και «φθηνό» για το κράτος, τον Ιούνιο του 2020, η Κυβέρνηση της ΝΔ ψήφισε και την επιβολή μιας αξιολόγησης στα πρότυπα της τιμωρητικής αξιολόγησης - χειραγώγησης του Π.Δ. 152/2013, του οποίου την εφαρμογή απέτρεψε με τη δυναμική και υπερήφανη στάση του ο κλάδος. Όσα, δεν μπόρεσαν να εφαρμόσουν το 2014, τα επαναφέρουν τώρα με το Ν. 4692/2020 και την έκδοση της Υπουργικής Απόφασης «Συλλογικός προγραμματισμός, εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο». Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του Προέδρου του ΙΕΠ κ. Αντωνίου ότι «το ρολόι της εκπαίδευσης πρέπει να γυρίσει πίσω» στις αλήστου μνήμης μέρες του 2010-2014.

Ο νόμος 4692/2020 και η Υ.Α. με Φ.Ε.Κ. 140/20-1-2021 έρχονται μέσα σε κενό θεσμικού διαλόγου με τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες και απαξίωση της ψηφισμένης στην 88η Γενική Συνέλευση της ΔΟΕ θέσης του κλάδου για τον προγραμματισμό και την αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου και επιβάλουν μια αξιολόγηση που θα στοχοποιεί τους εκπαιδευτικούς μέσα από δοσμένες φόρμες, ποσοτικοποιημένες κλίμακες, αναρτήσεις σε πλατφόρμες «σύγκρισης», εξωτερικούς αξιολογητές, κατηγοριοποιώντας άμεσα σχολεία και εκπαιδευτικούς.

Δεν επιθυμούν την αποτίμηση και τον αναστοχασμό του εκπαιδευτικού έργου ως επιστέγασμα μιας συλλογικής διαδικασίας διερεύνησης, διαβούλευσης, εφαρμογής και αλληλοτροφοδότησης μεθόδων και πρωτοβουλιών μεταξύ των εκπαιδευτικών, τη συλλογική δράση των εκπαιδευτικών του κάθε σχολείου, της ιστορίας του και των αναγκών του. Δεν επιθυμούν να αναδειχθούν οι ευθύνες της πολιτείας, οι οποίες με ένα σύστημα ανατροφοδότησης, προγραμματισμού και αποτίμησης θα βγουν στην επιφάνεια αναδεικνύοντας την απόσυρση του κράτους από το δημόσιο σχολείο. Δεν θέλουν τον διευθυντή μέρος των συλλογικών δράσεων και προσπαθειών του σχολείου ούτε τους συντονιστές εκπαιδευτικού έργου συνεργάτες και αρωγούς στην υποστήριξη του εκπαιδευτικού έργου, αλλά τους θέλουν «εξωτερικούς» αξιολογητές και στο βάθος όλοι και τα πάντα να επιτηρούνται από τον «επόπτη» με τελικό στόχο τη συμμόρφωση σε ένα σχολείο – επιχείρηση, σύμφωνα με το νεοφιλελεύθερο όραμα του «ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος» που θα θέτει σε αμφιβολία την ύπαρξη και λειτουργία του σχολείου.

Τις παραπάνω στοχεύσεις του Υπουργείου τις «μαρτυρά» η ίδια Υπουργική Απόφαση καθώς κάνει λόγο για «εξωτερική αξιολόγηση», που θέλει αξιολογητή τον τωρινό συντονιστή εκπαιδευτικού έργου στη βάση μιας δεκάβαθμης κλίμακας αξιολόγησης-κατηγοριοποίησης καθώς και τον σύλλογο διδασκόντων εντολοδόχο της κυρίαρχης πλέον διεύθυνσης της σχολικής μονάδας. Ταυτόχρονα στις πρώτες γραμμές του πρώτου άρθρου της υπουργικής απόφασης, ομολογείται η κεντρική επιλογή της κυβέρνησης να μετακυλήσει τις δικές της ευθύνες για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος στους εκπαιδευτικούς, καθώς οποιαδήποτε συζήτηση για την εκπαιδευτική πολιτική, τους στόχους, τις προθέσεις, τα μέσα, τις ελλείψεις σε υποδομές και χρηματοδότηση πρέπει να παρακάμπτεται και να εμφανίζονται τα σχολεία και οι εκπαιδευτικοί υπεύθυνα «δια πάσα νόσο». Η κυβέρνηση ακολουθεί συνειδητά την τακτική της ανεύρεσης ενόχων ανάμεσα σε μαθητές και εκπαιδευτικούς. Πιο ωμή ομολογία μετακύλησης της ευθύνης του κράτους στον εκπαιδευτικό, μέσα σε Υπουργική Απόφαση, δεν έχει υπάρξει ξανά στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Μέσω της ατομικής αξιολόγησης, που ακολουθεί, επιδιώκουν να εγκαθιδρύσουν στο σχολείο ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον με επισφαλείς θέσεις εργασίας, έτσι που ο καθένας και η καθεμιά, να προχωρούν όχι σε συνεργασία με τον άλλον, αλλά σε ανταγωνισμό, ως «άτομα» πειθαρχημένα και υποταγμένα, που προσδοκούν τα καλά αποτελέσματα της «κρίσης» για τη συνέχιση ή όχι της εργασίας τους ως εκπαιδευτικοί. Παράλληλα προοιωνίζεται ένα αντίστοιχο πλαίσιο ανταγωνισμού και στους μαθητές, μέσω της δικής τους βαθμολόγησης, τη σύνδεση της βαθμολογίας τους με την επιλογή σχολικών μονάδων από τους γονείς, τη μεταφορά δομών αρχικά στην τοπική αυτοδιοίκηση σε μια λογική οικονομικής αυτονομίας από το κράτος όπου χορηγίες θα αποτελούν ίσως την κύρια πηγή χρηματοδότησης. Όλα αυτά συντείνουν στη διαμόρφωση περιοχών και σχολείων ελίτ ή/ και γκέτο όπως συμβαίνει σε όλο τον κόσμο όπου εφαρμόστηκε αυτή η μορφή αξιολόγησης και είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Αποτελεί μοντέλο αξιολόγησης που έχει αποτύχει διεθνώς, εδώ και 30 περίπου χρόνια, που η Κυβέρνηση της ΝΔ επιδιώκει να την καθιερώσει για να πετύχει τους παραπάνω ιδεολογικοπολιτικούς στόχους.

Όλα αυτά που νομοθετούν ουδεμία σχέση έχουν με τη μόρφωση των μαθητών και τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Ουδεμία σχέση έχουν με ένα σχολείο δημοκρατικό που η συνεργασία, ο αναστοχασμός και ο σχεδιασμός θα είναι συλλογικός από το σχολείο για το σχολείο και για τους μαθητές. Βρίσκονται στην αντίπερα όχθη από τη βούληση για ένα σχολείο και εκπαιδευτικούς που θα διεκδικούν καλύτερους όρους λειτουργίας, παιδαγωγικών και διδακτικών συνθηκών, με τις αναγκαίες υποδομές και επιμορφώσεις, αλλά και εκπαιδευτικούς κοινωνικούς αγωνιστές έτσι ώστε η μεγάλη παιδαγωγική υπόσχεση, της εκπαίδευσης τελικά, για καλύτερους ανθρώπους που θα ζήσουν μια καλύτερη ζωή σε έναν δίκαιο κόσμο να μπορεί να εκπληρωθεί.

Τα τελευταία 40 χρόνια οι εκπαιδευτικοί, με τους αγώνες μας, δεν επιτρέψαμε να γίνει η εκπαίδευση πεδίο «ασκήσεων αξιολόγησης - επιτήρησης» που είχαν ως στόχο τη συρρίκνωση της παιδαγωγική μας αυτονομίας και την καθυπόταξή μας σε επιβαλλόμενες φόρμες στη μορφή και στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης. Το ίδιο θα κάνουμε και τώρα.

Ως Σύλλογος Εκπαιδευτικών Π.Ε. Ιεράπετρας «Μαρία Λιουδάκη» ενώνουμε τη φωνή μας και συντασσόμενοι με την απόφαση του ΔΣ της ΔΟΕ:

Καλούμε τους Συλλόγους Διδασκόντων να συμμετέχουν στην απεργία – αποχή της Δ.Ο.Ε. και με βάση αυτή την απόφαση, να μην προχωρήσουν σε καμία διαδικασία που σχετίζεται με την εφαρμογή της Υ.Α. (π.χ. ειδική συνεδρίαση του Συλλόγου Διδασκόντων, συγκρότηση ομάδων δράσης, συνεδρίαση για τη σύνταξη έκθεσης «Εσωτερικής και Εξωτερικής Αξιολόγησης») μέχρι να λάβουμε οδηγίες για τα επόμενα βήματα από τη ΔΟΕ (όπως Υπόδειγμα Πρακτικού στο οποίο θα δηλώνουμε την απεργία – αποχή από όλες τις διαδικασίες που αφορούν τα οριζόμενα στο ν.4892/2020 και το ΦΕΚ 140.

Καλούμε ειδικά τα στελέχη εκπαίδευσης (Διευθυντές σχολείων, Συντονιστές Εκπαιδευτικού Έργου κ.τ.λ.) να συνταχθούν με την απόφαση του κλάδου συμμετέχοντας στην απεργία – αποχή.

Για το Δ. Σ.

Ο Πρόεδρος

Γιάννης Πασπαράκης 

 Η Γενική Γραμματέας

Σταυρούλα Δατσέρη