«Το μέτρο της ανθρωπιάς μας δεν θα είναι τα λεφτά», τονίζει ο Μάριος Διονέλλης, καταγγέλλοντας δύο μέτρα και δύο σταθμά ανάμεσα στην προθυμία παραχώρησης του σχολείου της Βασιλικής και στην αδυναμία εξασφάλισης αξιοπρεπούς προσωρινής φιλοξενίας για τους μετανάστες.
Την αντίθεσή του στην προτεινόμενη παραχώρηση του παλιού Δημοτικού Σχολείου Βασιλικής για τη δημιουργία «διεθνούς σχολείου» εξέφρασε ο δημοσιογράφος Μάριος Διονέλλης, μιλώντας στην εκπομπή «Καλημέρα Λασίθι» του Ηχώ 99,8. Με αφορμή τη σχετική ανακοίνωση του ΜέΡΑ25 Κρήτης, συνέδεσε το ζήτημα με τη διαχείριση των μεταναστευτικών αφίξεων, ασκώντας κριτική σε αυτό που ο ίδιος περιέγραψε ως διαφορετική αντιμετώπιση των ανθρώπων ανάλογα με την οικονομική τους δυνατότητα.
«Το μέτρο της ανθρωπιάς μας δεν θα είναι τα λεφτά», ανέφερε χαρακτηριστικά, θέτοντας στο επίκεντρο της παρέμβασής του την ισότητα στα δικαιώματα, την πρόσβαση των παιδιών στην εκπαίδευση και την εξασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών προσωρινής φιλοξενίας.
Παρουσιάζοντας τη θέση του ΜέΡΑ25, κάλεσε τον Δήμο Ιεράπετρας, την τοπική κοινότητα, τον Πολιτιστικό Σύλλογο και τους αρμόδιους φορείς να μην προχωρήσουν στην παραχώρηση του σχολικού κτιρίου για τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία.
Ξεκαθάρισε ότι η αντίθεσή του στην παραχώρηση δεν συνιστά άρνηση του δικαιώματος των παιδιών των Ισραηλινών οικογενειών να φοιτήσουν σε σχολείο. Αντίθετα, υποστήριξε ότι είναι ευπρόσδεκτα στα δημόσια σχολεία της περιοχής, μαζί με όλα τα υπόλοιπα παιδιά.
«Όλα τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην εκπαίδευση», τόνισε, επιμένοντας ότι η αρχή αυτή πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις εθνικότητας ή καταγωγής. Κατά την άποψή του, η φοίτηση στο δημόσιο σχολείο αποτελεί ουσιαστικό δρόμο γνωριμίας, καθημερινής επαφής και ένταξης στην τοπική κοινωνία.
Αμφισβήτησε, παράλληλα, το επιχείρημα ότι μια ξεχωριστή ιδιωτική σχολική δομή θα ενίσχυε αυτή την επαφή. Εξέφρασε την ανησυχία ότι μια σχολική κοινότητα οργανωμένη χωριστά από τα υπάρχοντα σχολεία θα μπορούσε να ενισχύσει την απομόνωση.
Στη συζήτηση επισημάνθηκε ότι η πρωτοβουλία παρουσιάζεται ως «διεθνές σχολείο», με δυνατότητα συμμετοχής και παιδιών άλλων εθνικοτήτων. Ο κ. Διονέλλης, ωστόσο, παρέμεινε αντίθετος στην παραχώρηση του δημόσιου κτιρίου, υποστηρίζοντας ότι η συνύπαρξη μπορεί να υπηρετηθεί μέσα από τις υφιστάμενες εκπαιδευτικές δομές.
Για το επιχείρημα της αναζωογόνησης της Βασιλικής, ανέφερε ότι η στήριξη του χωριού αποτελεί ευθύνη της αυτοδιοίκησης. Πρότεινε παρεμβάσεις στο σχολικό κτίριο, πολιτιστικές δραστηριότητες και ευκαιρίες συμμετοχής για όλους τους κατοίκους, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων που έχουν εγκατασταθεί στην περιοχή από άλλες χώρες.
Έδωσε επίσης έμφαση στον δημόσιο χαρακτήρα της σχολικής περιουσίας, εξηγώντας ότι εκεί επικεντρώνεται η πολιτική του διαφωνία. Σε σχέση με τα θρησκευτικά δικαιώματα, δήλωσε ότι πρέπει να είναι σεβαστά για όλους και να αντιμετωπίζονται με τα ίδια κριτήρια, ανεξάρτητα από την οικονομική ισχύ κάθε κοινότητας.
Στο ερώτημα αν οι συγκεκριμένες οικογένειες μπορεί να διαφωνούν με την πολιτική της ισραηλινής κυβέρνησης, απάντησε ότι μια τέτοια διαφωνία θα μπορούσε να εκφραστεί δημόσια. Διευκρίνισε, πάντως, ότι αυτό δεν θα άλλαζε τη θέση του για την παραχώρηση του σχολείου. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι τα παιδιά δεν φέρουν ευθύνη για τις αποφάσεις των ενηλίκων και αποτελούν τα πρώτα θύματα των πολέμων.
Περνώντας στο μεταναστευτικό, ο κ. Διονέλλης άσκησε έντονη κριτική στις συνθήκες προσωρινής παραμονής ανθρώπων που φτάνουν στην Κρήτη. Αναφέρθηκε στις εικόνες μεταναστών στο λιμάνι της Ιεράπετρας, ανάμεσά τους και εγκύου, θέτοντας το ερώτημα γιατί εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο αντιπαράθεσης ακόμη και οι στοιχειώδεις ανάγκες για τροφή, στέγη και ασφαλή διανυκτέρευση.
Η σύνδεση των δύο θεμάτων, όπως την περιέγραψε, βρίσκεται στη διαφορετική προθυμία με την οποία εξετάζονται τα αιτήματα. Από τη μία, συζητείται η διάθεση ενός δημόσιου κτιρίου για μια εκπαιδευτική πρωτοβουλία και, από την άλλη, παραμένει άλυτη η εξεύρεση χώρων για την ολιγοήμερη φιλοξενία ανθρώπων που φτάνουν έπειτα από επικίνδυνα θαλάσσια ταξίδια. Ο ίδιος χαρακτήρισε αυτή τη στάση αντίφαση και ζήτησε ενιαία κριτήρια απέναντι στις ανθρώπινες ανάγκες.
Αναγνώρισε ότι η Ελλάδα και πλέον η Κρήτη δέχονται σημαντική πίεση από τις αφίξεις. Υποστήριξε ότι η αντιμετώπιση του ζητήματος απαιτεί ευρωπαϊκή ευθύνη και κατανομή του βάρους, ενώ τάχθηκε υπέρ της δυνατότητας οικογενειακής επανένωσης και της υποδοχής ανθρώπων και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Για την Κρήτη, επέμεινε στην ανάγκη κατάλληλων χώρων προσωρινής υποδοχής, όπου θα μπορούν να καλύπτονται οι βασικές ανάγκες και να πραγματοποιείται η ταυτοποίηση πριν από την περαιτέρω μετακίνηση. Ενδεικτικά, μίλησε για δυνατότητα ολιγοήμερης φιλοξενίας 300 έως 400 ανθρώπων, παρουσιάζοντάς την ως πρόταση για την αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών.
Καταλόγισε σοβαρές ευθύνες στους δήμους και στην Περιφέρεια Κρήτης για την καθυστέρηση εξεύρεσης κοινά αποδεκτής λύσης. Σχολιάζοντας τις διαδοχικές αντιδράσεις σε προτεινόμενες τοποθεσίες στο Ηράκλειο, υποστήριξε ότι η απόρριψη κάθε χώρου αφήνει το πρόβλημα να διαιωνίζεται.
Κριτική άσκησε και στη στάση του ΚΚΕ απέναντι στο ζήτημα των δομών, υποστηρίζοντας ότι η συζήτηση για τους πολέμους και τις πολιτικές που προκαλούν τον ξεριζωμό πρέπει να συνοδεύεται από απαντήσεις για τους ανθρώπους που βρίσκονται ήδη στο νησί και χρειάζονται άμεση φροντίδα.
Απέναντι στα στερεότυπα για τους νέους άνδρες που φτάνουν με τις βάρκες, παρέπεμψε και στην ελληνική μεταναστευτική εμπειρία, όταν συχνά ένα μέλος της οικογένειας έφευγε πρώτο για να αναζητήσει εργασία και να προετοιμάσει την εγκατάσταση των υπολοίπων.
Κλείνοντας, κάλεσε την κοινωνία να αναλογιστεί τι σημαίνει για έναν άνθρωπο να διακινδυνεύει τη ζωή του στη θάλασσα. Όπως υπογράμμισε, οι άμεσες ανάγκες εκείνων που φτάνουν εξαντλημένοι είναι συγκεκριμένες: ένα πιάτο φαγητό, ένα στρώμα και ένας ασφαλής χώρος για να περάσουν τη νύχτα.