Η καθηγήτρια Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών αναλύει τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, τον ρόλο των ΗΠΑ και της Τουρκίας και τα ερωτήματα για το τι κερδίζει η χώρα μας
Για τη σημασία της Συνόδου του ΝΑΤΟ, τις νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται στις σχέσεις ΗΠΑ – Ευρώπης – Τουρκίας, αλλά και για το τι κερδίζει ή δεν κερδίζει η Ελλάδα, μίλησε στον Ηχώ 99.8 η καθηγήτρια Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και αναλύτρια θεμάτων τρομοκρατίας, Μαίρη Μπόση.
Η κ. Μπόση χαρακτήρισε τη Σύνοδο ως ένα σημείο επαναπροσδιορισμού των σχέσεων μεταξύ των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την εξάρτησή τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως ανέφερε, ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι η στήριξη των ΗΠΑ προς τα ευρωπαϊκά κράτη δεν παρέχεται πλέον χωρίς ανταλλάγματα, αλλά εντάσσεται σε μια λογική συμφωνιών, οφέλους και αμοιβής.
Σύμφωνα με την ίδια, ο Τραμπ δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει τις συμμαχίες και τους διεθνείς οργανισμούς ως θεσμούς, αλλά περισσότερο ως πεδία προσωπικών σχέσεων, ανταλλαγμάτων και συμφερόντων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπως σημείωσε, η Τουρκία εμφανίζεται να ενισχύει τον ρόλο της, αξιοποιώντας τον μεγάλο στρατό της, την πολεμική της βιομηχανία, την ενεργή διπλωματία της και την παρουσία της σε κρίσιμες περιοχές.
Η κ. Μπόση εκτίμησε ότι η Τουρκία κινείται μεθοδικά και διαρκώς, καταφέρνοντας να δημιουργεί ευνοϊκό κλίμα γύρω από τις θέσεις της. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι εξελίξεις λειτουργούν ενωτικά και στο εσωτερικό της χώρας, καθώς τα αιτήματα που προβάλλει η τουρκική ηγεσία συσπειρώνουν μεγάλο μέρος της τουρκικής κοινωνίας γύρω από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η καθηγήτρια εμφανίστηκε ιδιαίτερα επικριτική, κάνοντας λόγο για μια «αόρατη Ελλάδα» στους διεθνείς οργανισμούς. Όπως είπε, η χώρα μπορεί να έχει φυσική παρουσία, όμως δεν διαθέτει ουσιαστική παρουσία, λόγο και μηχανισμό προβολής των αιτημάτων της. Επισήμανε, μάλιστα, ότι η λογική του «καλού παιδιού», που παρέχει στήριξη και συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις των συμμάχων, δεν αποδίδει στη σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα.
Η ίδια στάθηκε και στο ζήτημα των αμυντικών δαπανών, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα προβάλλει ως επιχείρημα το γεγονός ότι ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, ωστόσο αυτό δεν φαίνεται να μεταφράζεται απαραίτητα σε ουσιαστικά διπλωματικά κέρδη. Όπως τόνισε, στη σημερινή συγκυρία επιβιώνουν οι ισχυροί και όχι απλώς όσοι εμφανίζονται πρόθυμοι και συνεπείς.
Αναφερόμενη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η κ. Μπόση υποστήριξε ότι η Ένωση δείχνει τις αδυναμίες της, καθώς τα ισχυρά κράτη λειτουργούν πλέον κυρίως με όρους εθνικού συμφέροντος και όχι ως ενιαία ευρωπαϊκή οντότητα. Έφερε ως παραδείγματα τις σχέσεις κρατών όπως η Βρετανία, η Γερμανία και η Γαλλία με την Τουρκία, ιδιαίτερα στο πεδίο της πολεμικής βιομηχανίας και των εξοπλισμών.
Η κ. Μπόση προειδοποίησε ότι η ενίσχυση των σχέσεων ευρωπαϊκών κρατών με την Τουρκία, σε συνδυασμό με την αδυναμία της Ελλάδας να προβάλλει δυναμικά τις θέσεις της, δημιουργεί σοβαρούς προβληματισμούς για το μέλλον. Όπως είπε, η Τουρκία έχει καταθέσει με σαφήνεια τις απόψεις και τις διεκδικήσεις της για το Αιγαίο, ενώ η Ελλάδα εμφανίζεται να ακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς επαρκή στρατηγική προετοιμασία.
Παράλληλα, η κ. Μπόση άσκησε κριτική στην ελληνική εξωτερική πολιτική, εκφράζοντας αμφιβολίες για το κατά πόσο η χώρα προετοιμάζεται για την επόμενη μέρα. Όπως ανέφερε, βλέπει περισσότερο δηλώσεις που ανατρέπονται από τις ίδιες τις εξελίξεις, παρά ένα σαφές σχέδιο αντιμετώπισης των νέων γεωπολιτικών δεδομένων.
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, με την κ. Μπόση να σημειώνει ότι η ευρύτερη περιοχή, από το Ιράν, το Ιράκ, τη Συρία και τον Λίβανο μέχρι το Ισραήλ και την Τουρκία, βρίσκεται σε έντονη κινητικότητα. Όπως επισήμανε, πρόκειται για κεφάλαια που χρειάζονται ψύχραιμη ανάλυση, αφού πρώτα «κατακαθίσει η σκόνη» των άμεσων εξελίξεων.
Κλείνοντας, η Μαίρη Μπόση υπογράμμισε ότι η Σύνοδος του ΝΑΤΟ δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο μέσα από τις επίσημες δηλώσεις, αλλά κυρίως μέσα από τις νέες ισορροπίες ισχύος, τις οικονομικές και αμυντικές συναλλαγές, τη θέση της Τουρκίας και την πραγματική δυνατότητα της Ελλάδας να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της σε ένα όλο και πιο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον.