Κ. Σπυριδάκη: «Η περιφερειακή ενημέρωση δεν μπορεί να επιβιώσει με όρους συγκέντρωσης και αδιαφάνειας»

5:08 π.μ. - Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026
05:06 π.μ. - Παρ, 12/08/2026
Image: Κ. Σπυριδάκη: «Η περιφερειακή ενημέρωση δεν μπορεί να επιβιώσει με όρους συγκέντρωσης και αδιαφάνειας»

Η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ τοποθετήθηκε στη Βουλή για το νομοσχέδιο αδειοδότησης των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών, θέτοντας ζητήματα πολυφωνίας, διαφάνειας, εργασιακών σχέσεων και βιωσιμότητας των τοπικών μέσων.

Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για την αδειοδότηση των παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής περιφερειακής εμβέλειας, αναδεικνύοντας ζητήματα πολυφωνίας, διαφάνειας, ανεξαρτησίας των θεσμών και βιωσιμότητας της περιφερειακής ενημέρωσης.

Η παρέμβασή της επικεντρώθηκε στην ανάγκη να αποκτήσει επιτέλους η χώρα ένα σαφές και σταθερό πλαίσιο αδειοδότησης για τους περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς, χωρίς όμως αυτό να οδηγήσει σε αποκλεισμούς, συρρίκνωση της πολυφωνίας ή συγκέντρωση της ενημέρωσης σε λιγότερα χέρια.

Ξεκινώντας την ομιλία της, η κα Σπυριδάκη ανέδειξε τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζουν τα περιφερειακά μέσα ενημέρωσης στις τοπικές κοινωνίες, επισημαίνοντας ότι δεν αποτελούν απλώς μία μικρότερη αγορά μέσων ενημέρωσης αλλά βασικό πυλώνα δημοκρατικής έκφρασης και κοινωνικής συνοχής.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Η περιφερειακή τηλεόραση δεν χωρά εύκολα στα τυπικά σχήματα με τα οποία συχνά νομοθετούμε για τα μέσα ενημέρωσης. Δεν είναι μόνο μια αγορά μικρότερης κλίμακας ή ένας αριθμός αδειών ανά περιφερειακή ζώνη. Είναι πολλές φορές το μόνο μέσο που έχει σταθεί πάνω από ένα τοπικό πρόβλημα πριν αυτό καν γίνει ακόμα κεντρική είδηση. Είναι ο χώρος όπου μια τοπική κοινωνία μπορεί να δει τον εαυτό της, τις δυσκολίες της, τις διεκδικήσεις της, αλλά και τους ανθρώπους της».

Παράλληλα αναγνώρισε ότι το σημερινό καθεστώς παρατεταμένης προσωρινότητας δεν μπορεί να συνεχιστεί, υπογραμμίζοντας όμως ότι η ανάγκη για κανόνες δεν πρέπει να μετατραπεί σε μηχανισμό αποκλεισμού.

Όπως σημείωσε: «Η παρατεταμένη προσωρινότητα στην αδειοδότηση των περιφερειακών σταθμών έχει κρατήσει πάρα πολλά χρόνια και πράγματι έχει δημιουργήσει ασάφεια, άνισους κανόνες, περιορισμένη εποπτεία. Άρα, η ανάγκη να μπουν καθαροί κανόνες υπάρχει. Το κρίσιμο, όμως, είναι οι κανόνες αυτοί να μην γραφτούν σαν να απευθύνονται σε μια ενιαία ομοιόμορφη αγορά. Γιατί η περιφέρεια δεν είναι ενιαία και τα τοπικά μέσα δεν έχουν όλα την ίδια αφετηρία, την ίδια οικονομική αντοχή, την ίδια τεχνική δυνατότητα».

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις τεχνικές προϋποθέσεις του νέου πλαισίου και ειδικότερα στη μετάβαση στο νέο πρότυπο εκπομπής DVB-T2 και στην υποχρέωση μετάδοσης υψηλής ευκρίνειας.

Η Βουλευτής υπογράμμισε ότι η τεχνολογική αναβάθμιση είναι αναγκαία, προειδοποίησε όμως ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αδιαφανές φίλτρο περιορισμού του αριθμού των αδειών.

Όπως ανέφερε: «Η τεχνολογική αναβάθμιση είναι μεν αναγκαία, ωστόσο η τεχνολογία δεν γίνεται να λειτουργεί ως αδιαφανές φίλτρο. Πριν από την προκήρυξη των αδειών, πρέπει να είναι καθαρό ποιοι σταθμοί μπορούν πραγματικά να υποστηριχθούν σε κάθε περιφερειακή ζώνη. Αν ξεκινήσει μια αδειοδοτική διαδικασία χωρίς πλήρη τεχνική αποσαφήνιση, τότε η αβεβαιότητα δεν θα είναι μόνο τεχνική, θα είναι και πολιτική».

Αναφερόμενη στις οικονομικές και οργανωτικές προϋποθέσεις αδειοδότησης, επισήμανε ότι η περιφερειακή ενημέρωση δεν λειτουργεί με τους ίδιους όρους σε όλη τη χώρα και ότι η Πολιτεία οφείλει να λάβει υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής.

Όπως τόνισε: «Υπάρχουν περιοχές με περιορισμένη διαφημιστική αγορά, με μικρότερο πληθυσμό, με μεγαλύτερο κόστος λειτουργίας, με νησιωτικές γεωγραφικές ιδιαιτερότητες. Αν αγνοήσουμε αυτήν την πραγματικότητα, μπορεί το νομοσχέδιο να αφήσει πίσω λιγότερους παίκτες».

Σημαντικό μέρος της παρέμβασής της αφιερώθηκε στο ζήτημα της εργασίας και του ανθρώπινου δυναμικού των περιφερειακών σταθμών.

Η κα Σπυριδάκη ανέδειξε την ανάγκη στήριξης της ποιοτικής δημοσιογραφίας, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι προϋποθέσεις στελέχωσης δεν πρέπει να μετατραπούν σε μηχανισμό εξόντωσης μικρών σταθμών.

Όπως ανέφερε: «Δεν μπορούμε να μιλάμε για περιφερειακή ενημέρωση, αποδεχόμενοι μια λογική φθηνής λειτουργίας, χωρίς επαρκές προσωπικό και χωρίς αξιοπρεπείς εργασιακές σχέσεις. Κι όμως, και εδώ χρειάζεται μέτρο. Οι απαιτήσεις προσωπικού δεν μπορούν να είναι τόσο άκαμπτες ώστε να τη μετατρέπουν σε προϋπόθεση αποκλεισμού».

Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η τοποθέτησή της για τον ρόλο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και συνολικά για την κατάσταση των ανεξάρτητων αρχών στη χώρα.

Ενώ αναγνώρισε ότι το ΕΣΡ αποτελεί θεσμικά τον αρμόδιο εγγυητή της διαδικασίας, υπογράμμισε ότι η πραγματική ανεξαρτησία δεν εξασφαλίζεται μόνο από τον τίτλο αλλά από τη λειτουργία, τη στελέχωση και τη λογοδοσία.

Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε: «Το νομοσχέδιο εμφανίζει το ΕΣΡ ως βασικό εγγυητή της διαδικασίας. Θεσμικά αυτό είναι ένα σωστό σημείο εκκίνησης. Αλλά το ερώτημα δεν τελειώνει εκεί. Το ερώτημα είναι ποιο ΕΣΡ και ποια πραγματική δυνατότητα. Μια ανεξάρτητη αρχή είναι πράγματι ανεξάρτητη όταν λειτουργεί πλήρως, με σαφείς αρμοδιότητες και με λογοδοσία στη Βουλή, όχι ως πεδίο κυβερνητικής επιρροής».

Στο ίδιο πλαίσιο άσκησε κριτική στην κυβερνητική πρακτική απέναντι στις ανεξάρτητες αρχές, υποστηρίζοντας ότι συχνά υπονομεύεται η αξιοπιστία τους μέσα από καθυστερήσεις, ελλείψεις πόρων και ασαφείς αρμοδιότητες.

Όπως ανέφερε: «Οι ανεξάρτητες αρχές στην Ελλάδα, με δική σας ευθύνη, έχουν φθαρεί στη συνείδηση πολλών πολιτών, καθώς στην πράξη εξαρτώνται από καθυστερήσεις, από στελέχωση, από περιορισμένους πόρους, από ασαφείς αρμοδιότητες, από αδιαφάνεια και από αποφάσεις που τελικά λαμβάνονται αλλού».

Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στο ζήτημα της διαφάνειας στην ιδιοκτησία και τη χρηματοδότηση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, υπογραμμίζοντας ότι η δημιουργία μητρώων και βάσεων δεδομένων δεν αρκεί από μόνη της.

Όπως τόνισε: «Η εθνική βάση δεδομένων για την ιδιοκτησία των ΜΜΕ είναι κατ’ αρχήν μια θετική κατεύθυνση. Αλλά η αξία μιας βάσης δεδομένων δεν κρίνεται απλά και μόνο από την ύπαρξή της. Κρίνεται από το αν τα στοιχεία είναι ανοικτά, επικαιροποιημένα, διαλειτουργικά και ελέγξιμα».

Ιδιαίτερα αυστηρή ήταν η κριτική της για τη διαχείριση της κρατικής διαφήμισης και των δημόσιων πόρων προς τα μέσα ενημέρωσης.

Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε: «Το δημόσιο χρήμα στον χώρο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης δεν μπορεί να διανέμεται με γκρίζες ζώνες ούτε να δημιουργεί σχέσεις εξάρτησης ούτε να λειτουργεί ως εργαλείο επιβράβευσης και προφανώς να μη χρηματοδοτεί προπαγανδιστικούς μηχανισμούς. Δεν χρειαζόμαστε ομάδες που θα μας πουν την αλήθεια που εσείς θέλετε, με τον τρόπο που εσείς θέλετε, με περίεργες, γκρίζες και αδιαφανείς τριγωνικές σχέσεις».

Κλείνοντας την ομιλία της, η Βουλευτής Λασιθίου συνόψισε το πραγματικό διακύβευμα του νομοσχεδίου, υπογραμμίζοντας ότι η επιτυχία του δεν θα κριθεί από τις εξαγγελίες αλλά από τον τρόπο εφαρμογής του.

Όπως ανέφερε: «Η περιφερειακή ενημέρωση έχει ανάγκη από κανόνες που να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα μέσα στην οποία λειτουργεί. Ένα πλαίσιο που βάζει τάξη χωρίς να εξαφανίζει τους μικρότερους, που να αναβαθμίζει τεχνολογικά χωρίς να αποκλείει, που να προστατεύει την εργασία χωρίς να οδηγεί σε λουκέτα, που να κάνει τη διαφάνεια πράξη και όχι απλώς τίτλο».

Και κατέληξε με το κεντρικό πολιτικό ερώτημα της παρέμβασής της: «Θέλουμε περιθωριακά μέσα που να υπάρχουν μόνο ως διοικητικές εγγραφές σε ένα μητρώο ή θέλουμε ζωντανά, βιώσιμα, διαφανή και ικανά να υπηρετούν την ενημέρωση των τοπικών κοινωνιών; Η απάντηση θα δοθεί όχι μόνο από τις προθέσεις του νομοθέτη, αλλά από τον τρόπο που θα εφαρμοστεί ο νόμος».