Σφοδρή κριτική της βουλευτή Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ στο οικονομικό νομοσχέδιο, με αιχμές για ακρίβεια, ενέργεια, ιδιωτικό χρέος, στεγαστική κρίση και σαφείς απαντήσεις για τον ΒΟΑΚ.
Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ, Κατερίνα Σπυριδάκη, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με θέμα τα μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης, την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, τις φορολογικές και μισθολογικές διατάξεις, τον εξωδικαστικό μηχανισμό, τις ρυθμίσεις για τα παίγνια, την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου και λοιπές διατάξεις.
Κατά την ομιλία της, η Βουλευτής Λασιθίου άσκησε συνολική κριτική στη φιλοσοφία του νομοσχεδίου, υποστηρίζοντας ότι πίσω από έναν ιδιαίτερα φιλόδοξο τίτλο κρύβονται αποσπασματικές παρεμβάσεις, οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν τις πραγματικές αιτίες της οικονομικής πίεσης που βιώνουν καθημερινά τα ελληνικά νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ξεκινώντας την παρέμβασή της, η κα Σπυριδάκη αντιπαρέβαλε τις κυβερνητικές εξαγγελίες με την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Ο τίτλος του σημερινού νομοσχεδίου υπόσχεται σχεδόν τα πάντα. Αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, στήριξη της κατοικίας, αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους.
Κύριε Υπουργέ, όμως, να μην ξεχνάμε και ποιοι μας ακούν σήμερα. Μας ακούν οι Έλληνες πολίτες που έχουν τη χειρότερη αγοραστική δύναμη της Ευρώπης. Μας ακούν οι πολίτες που έχουν τις δεύτερες υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες για την υγεία. Μας ακούν οι πολίτες που μετά τη δέκατη έβδομη ημέρα δεν έχουν εισόδημα να μετρήσουν. Μας ακούν οι πολίτες που παίρνουν 790 ευρώ τον μήνα καθαρά και πρέπει με αυτά τα χρήματα να καλύψουν ενοίκιο, ρεύμα, νερό, λογαριασμούς, σούπερ μάρκετ, καύσιμα και μετακινήσεις».
Στη συνέχεια υπογράμμισε ότι η αποτελεσματικότητα μιας οικονομικής πολιτικής δεν κρίνεται από τις ανακοινώσεις αλλά από την καθημερινότητα των πολιτών.
Όπως σημείωσε: «Ο πολίτης, κύριε Υπουργέ, ζει μέσα στον λογαριασμό του μήνα και εκεί φαίνεται αν η πολιτική σας έχει ουσιαστικά αποτέλεσμα. Στην αντλία, στο ενοίκιο, στη δόση του δανείου, στο ταμείο της μικρής επιχείρησης. Εκεί η εικόνα είναι περιορισμένη συγκριτικά με τα όσα μας λέτε και μας εξαγγέλλετε».
Αναφερόμενη στα μέτρα ενίσχυσης των οικογενειών, αναγνώρισε ότι περιλαμβάνονται ορισμένες θετικές προβλέψεις, επισήμανε όμως ότι δεν αντιμετωπίζουν το μόνιμο πρόβλημα της ακρίβειας.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Βεβαίως υπάρχουν ευνοϊκές διατάξεις και προβλέψεις, αλλά είναι άλλο να μιλάς για μία σειρά επιμέρους διορθώσεων και άλλο για μια συνεκτική απάντηση στην οικονομική πίεση που βιώνουν οι πολίτες. Όσες αυξήσεις και όσα επιδόματα κι αν δώσετε, αν δεν τιμαριθμοποιήσετε τη φορολογική κλίμακα, θα εξανεμίζονται. Δεν απαντάτε στη μόνιμη αύξηση του κόστους τροφίμων, στέγασης, μετακίνησης και ενέργειας».
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η τοποθέτησή της για τις ενεργειακές διατάξεις του νομοσχεδίου, επισημαίνοντας ότι οι προβλέψεις αφορούν κυρίως τη διαχείριση των οφειλών του Δημοσίου προς τους παρόχους και όχι τη μείωση του κόστους που πληρώνουν τα νοικοκυριά.
Όπως ανέφερε: «Ενώ ο τίτλος μιλά για αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, έρχονται ρυθμίσεις που μας μιλούν για προκαταβολές από προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας. Και εδώ ρωτάμε το απλό: Ποιος άλλος προμηθευτής του Δημοσίου τυγχάνει ίδιας μεταχείρισης; Επιπλέον, ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποτελέσει η διαδικασία μια μορφή έντοκου δανεισμού των παρόχων. Και πάλι οι ρυθμίσεις δεν αποτελούν άμεση μείωση της τιμής που πληρώνει το νοικοκυριό ή ο επαγγελματίας».
Με αναφορά στην Κρήτη, έφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα το ιδιαίτερα αυξημένο κόστος καυσίμων, υπογραμμίζοντας ότι οι κάτοικοι της νησιωτικής Ελλάδας εξακολουθούν να πληρώνουν από τις υψηλότερες τιμές της χώρας.
Όπως χαρακτηριστικά τόνισε: «Ο πολίτης της Κρήτης που χρειάζεται καθημερινά το αυτοκίνητο για να πάει στη δουλειά του δεν θα το δει στην αντλία. Εχθές, κύριε Υπουργέ, στην Κρήτη η βενζίνη είχε 2,04 ευρώ. Επαναλαμβάνω: 2,04 ευρώ».
Στο κεφάλαιο της στεγαστικής πολιτικής, υπογράμμισε ότι οι προτεινόμενες διατάξεις δεν δημιουργούν ουσιαστικές προϋποθέσεις αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης.
Όπως σημείωσε: «Χωρίς αξιοποίηση των κλειστών σπιτιών, χωρίς κοινωνική κατοικία, χωρίς αξιολόγηση της επίδοσης των ενισχύσεων στα ίδια τα μισθώματα υπάρχει ο κίνδυνος μέρος της ανακούφισης να απορροφηθεί από την ίδια την αγορά».
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στις ρυθμίσεις για το ιδιωτικό χρέος και στον εξωδικαστικό μηχανισμό, επισημαίνοντας ότι οι κυβερνητικές παρεμβάσεις δεν αντιμετωπίζουν συνολικά το πρόβλημα των οφειλετών.
Όπως ανέφερε: «Η Κυβέρνηση περιορίζεται στις οφειλές που ανάγονται έως το τέλος του 2023. Δεν περιλαμβάνονται οι οφειλές προς τους δήμους, δεν καλύπτεται η νέα γενιά οφειλετών που δημιουργήθηκε τα επόμενα χρόνια της ακρίβειας. Ο πολίτης μπορεί να χρωστάει ταυτόχρονα εφορία, ΕΦΚΑ και δήμο. Η πραγματική δυνατότητα πληρωμής του είναι μία. Το κράτος, όμως, εξακολουθεί να ζητά να αντιμετωπίζει τις οφειλές χωριστές».
Στο πλαίσιο αυτό παρουσίασε τη συνολική πρόταση του ΠΑΣΟΚ.
Όπως τόνισε: «Γι' αυτό καταθέτουμε ξανά την πρότασή μας: 120 δόσεις προς τη φορολογική διοίκηση, τους ασφαλιστικούς φορείς και τους δήμους, με δυνατότητα αναβίωσης χαμένων ρυθμίσεων και ουσιαστική μείωση προσαυξήσεων. Δεν πρόκειται για διαγωνισμό αριθμών. Η βιώσιμη δόση είναι προϋπόθεση για να πάρει ανάσα ο πολίτης και για να μπορεί να εισπραχθεί κάθε χρέος».
Παράλληλα, αναγνώρισε ως θετική τη νομοθετική προσαρμογή που αφορά τους δανειολήπτες, επισημαίνοντας όμως ότι αυτή δεν προέκυψε από κυβερνητική πρωτοβουλία αλλά από αποφάσεις της Δικαιοσύνης.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Η Κυβέρνηση δεν μπορεί να εμφανίσει κάτι τέτοιο ως δική της επιτυχία. Οι δανειολήπτες προσέφυγαν, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφάσισε και η Κυβέρνηση έρχεται τώρα να καταστήσει την απόφαση εφαρμόσιμη. Η λύση δεν ξεκίνησε από το Υπουργείο. Ήρθε μετά από τη δικαστική διεκδίκηση των ίδιων των πολιτών».
Η Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ ανέδειξε ακόμη τη συνολική πρόταση του κόμματος για τη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους, την προστασία των μικρών επιχειρήσεων και τη λειτουργία του εξωδικαστικού μηχανισμού.
Όπως σημείωσε: «Εμείς παρεμβαίνουμε σε όλη τη διαδρομή του οφειλέτη. Προτείνουμε υποχρεωτική συμμετοχή των πιστωτών, αιτιολόγηση της απόρριψης, υποβολή εναλλακτικής πρότασης και δυνατότητα προσφυγής σε ανεξάρτητη επιτροπή διευθέτησης οφειλών. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο πώς υπολογίζεται η δόση. Είναι ποιος τη διαμορφώνει, με ποια στοιχεία και αν πράγματι μπορεί να πληρωθεί».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο άρθρο 116 του νομοσχεδίου, το οποίο αφορά ήδη συμβασιοποιημένα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης άνω των 100 εκατ. ευρώ, θέτοντας συγκεκριμένα ερωτήματα για τον Βόρειο Οδικό Άξονα Κρήτης.
Με εκτενή αναφορά στο Λασίθι, υπογράμμισε: «Ο Υπουργός οφείλει να απαντήσει για ποια έργα μιλάμε, αν περιλαμβάνει έργα όπως ο ΒΟΑΚ και να μας πει αν θα πληρώσουν οι Έλληνες φορολογούμενοι την ανωριμότητα των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης. Ποιο είναι το νέο χρονοδιάγραμμα για το κομμάτι του ΒΟΑΚ; Ποιο πρόσθετο κόστος εκτιμάται και από ποια πηγή θα καλυφθεί;
Μιλάμε για το τμήμα Νεάπολη – Άγιος Νικόλαος, όπου ήδη έχουν χαθεί 38 εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και ο εργολάβος έχει ήδη λάβει αποζημίωση 20 εκατομμυρίων ευρώ, τη στιγμή που το αμέσως επόμενο τμήμα του ΒΟΑΚ στον Νομό Λασιθίου κοστίζει περίπου 60 εκατομμύρια ευρώ και διαθέτει ώριμες μελέτες. Άρα τι κάνουμε; Δίνουμε λεφτά, πετάμε χρήματα.
Η Κρήτη απαιτεί χρονοδιάγραμμα. Απαιτεί σαφείς απαντήσεις. Χρειαζόμαστε τεχνικό, συμβατικό και χρηματοδοτικό χρονοδιάγραμμα που να μπορεί να ελεγχθεί».
Κλείνοντας την ομιλία της, η κα Σπυριδάκη υπογράμμισε ότι η βασική διαφορά ανάμεσα στην κυβερνητική πολιτική και στις προτάσεις του ΠΑΣΟΚ είναι ότι το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να αλλάξει τους κανόνες που δημιουργούν τα προβλήματα και όχι απλώς να διορθώνει εκ των υστέρων τις συνέπειές τους.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Η διαφορά ανάμεσα σε εμάς και εσάς είναι ότι δεν δεχόμαστε να παρουσιάζεται το σημερινό νομοσχέδιο ως συνολική λύση με μέτρα που αφήνουν ανέγγιχτο τον πυρήνα του προβλήματος. Η κοινωνία χρειάζεται εισόδημα που να αντέχει, ρύθμιση που να τηρείται, επιχείρηση που να μπορεί να λειτουργήσει και έργα που να ολοκληρώνονται με σαφείς λογαριασμούς. Αυτό είναι και το πραγματικό μέτρο του νομοσχεδίου. Όχι όσα υπόσχεται, αλλά πόσα θα αλλάζουν όταν ο πολίτης κλείσει την πόρτα του σπιτιού του και ανοίξει τον επόμενο λογαριασμό».